Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Αρουσάλια ή Ρουσάλια


Τα  Rosalia ή Rosaria ήταν ειδωλολατρική γιορτή των αρχαίων για τη λατρεία των νεκρών. Γινόταν την εποχή που υπάρχουν άφθονα τριαντάφυλλα, τον Μάιο, Ιούνιο. Η λέξη Rosalia προέρχεται από τη λατινική λέξη  Rosa, που σημαίνει ρόδο, τριαντάφυλλο. Οι αρχαίοι  πήγαιναν στα νεκροταφεία, στόλιζαν τα μνήματα με πολλά τριαντάφυλλα, έκαναν τελετές για τους νεκρούς και θυσίαζαν ζώα. Μετά τις νεκρικές τελετές και τις θυσίες ακολουθούσαν διασκεδάσεις και ευωχίες.
Στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τα Rosalia μεταφέρθη­καν  στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία. Οι Ελληνικοί και Ελληνόφωνοι πληθυσμοί εξελλήνισαν τη λατινική λέξη Rosalia με την ελληνική Ρουσάλια είτε Αρουσάλια. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού η γιορτή αυτή εκχριστιανίστηκε, και διατηρήθηκε στους Βυζαντινούς που επισκέπτονταν τα μνήματα με φαγητά και μοιρολόγια. Το έθιμο τούτο έφθασε ως και τις ημέρες μας με κάποιες τοπικές παραλλαγές από τόπο σε τόπο. Π.χ. Στην Αυλώνα Αττικής, στο Άνω Δώριο (Σουλίμα) Μεσσηνίας και αλλού γιορτάζουν τα Ρουσάλια ή Αρουσάλια το ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής πάνω στα μνήματα με τον εξής θρήνο.
 ‘’ Όλα τα Σάββατα να  ‘ρθουν, να  ‘ρθουν και να ματάρθουν
 Το Σάββατο τ’ Αρουσαλιού να μην ξαναγυρίσει…’’
Καθώς με αυτό το μοιρολόγι εκφράζει ο λαός μας την οδύνη των ψυχών των νεκρών, που ελεύθερες μετά την Ανάσταση να περιφέρονται στον απάνω κόσμο για πενήντα ημέρες, είναι υποχρεωμένες να επιστρέψουν στον Άδη το Σάββατο τ΄ Αρουσαλιού.  
Στο Αγρίνιο και αλλού γιορτάζουν την Δευτέρα του Πάσχα, είτε Ασπροδευτέρα ή Λαμπροδευτέρα  κλπ. τα Ρουσάλια. Έτσι μετά τη θεία λειτουργία και την καθιερωμένη επίσκεψη στα μνήματα των νεκρών της οικογένειας, γίνεται χορός μεγάλος από νέους άνδρες στους δρόμους των πόλεων, με όλη την ιεροπρέπεια των τελετών της αναστημένης φύσης (κυκλικό χορό, έντονα μουσικά όργανα κ.τ.λ.). Οι νέοι κρατούν ένα ψηλό κοντάρι με άσπρο πανί και στολισμένο με λουλούδια (ένδειξη της αναγεννημένης φύσης) καθώς από πόρτα σε πόρτα τραγουδούν και χορεύουν τα Ρουσάλια.

Καλώς σ’ έβραμε αφέντη, άρχοντά μου και λεβέντη
Να στα πούμε τα Ρουσάλια, πέστε τα ρε παλικάρια
Να στα πούμε σένα πρώτα, που σε βρήκαμε στην πόρτα
Και ξιστέρου της κυράς μας και της ρουσοπέρδικάς μας
Κάτω σ’ ένα περιβόλι, δάφνη και μηλιά μαλώνει
Δάφνης πήρα εγώ κλωνάρι, να με πάρει το ποτάμι
Να με πάει δύση-δύση, κάτω στη γιαλέρνια βρύση
Όπου πλένουν οβριοπούλες, σκαματίζουν (σαπουνίζουν)τουρκοπούλες
Βάλε το δεξί σου χέρι, μες στην αργυρή σου τσέπη
Βγάλε το εικοσιπεντάρι, δος το του σαχανατάρη
Να σας πούμε Χριστός Ανέστη, που ετάφη και ανέστη.

Ενώ στα Μέγαρα τη Δευτέρα της Λαμπρής, ομάδες από νέους γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και χορεύοντας κυκλικά. Ο πρώτος του χορού κρατά ένα κοντάρι με λουλουδένιο σταυρό στην κορυφή. Κάτω από το σταυρό υπάρχει ένα μεταξωτό μαντίλι (καλαμάτα) αντί για σημαία. Ο τελευταίος του χορού κρατά ένα καλάθι ‘’το καρτάλι’’. Οι νοικοκυρές δίνουν στον τελευταίο, κόκκινα αυγά, γλυκά, χρήματα κ.α. Αυτός που κρατά το καλάθι λέγεται ‘’σαχανατάρης’’ (ταμίας). Το Μεγαρίτικο αυτό έθιμο για πρώτη φορά καταγράφηκε/ηχογραφήθηκε  από Μεγαρείς σε Αθηναϊκό θέατρο το 1930.
Έτσι τα Μαγαρίτικα Ρουσάλια κατατάσσονται στα «αργύτικα άσματα», δηλαδή στα τραγούδια που ακούγονταν σε συγκεκριμένες μέρες από σπίτι σε σπίτι, από ομάδες νέων ή παιδιών, με σκοπό το φιλοδώρημα σε χρήμα ή είδος. Και οι Μεγαρείς αφιέρωναν , στα προεπαναστατικά χρόνια, τα κέρδη τους  απ’ τα Ρουσάλια στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας απ’ τους τούρκους.
Η Μεγαρική παραλλαγή για τα Ρουσάλια είναι που τραγουδιούνται σε ρυθμό 2/4 και χορεύονται με απλά πλάγια βήματα συρτού χορού στα τρία.

Τα Ρουσάλια όπως τραγουδιούνται στα Μέγαρα.
Να στα πούμε τα Ρουσάλια
πέστε τα βρε παλληκάρια 
να στα πούμε σένα πρώτα 
που σε ηύραμε στην πώρτα
τσαι έξ υστέρου τις τσυρά μας
τσαι της ρούσοπέρδικάς μας.
Κάτω σ’ ένα περιβόλι
δάφνη και μηλιά μαλώνει.
δαφνης πήρα ‘γω κλωνάρι 
να το πάρει το ποτάμι,
να με πάει δύση-δύση 
κάτω στη γυαλένια βρύση
όπου πλένουν Όβροπούλες
σκάματίζουν Τούρκοπούλες.
Πάνω κάτω η τσυρά μας
να μας δώσεις τον παρά μας.
Βάλ’ το δεξί σου χέρι 
μες την αργυρή σου τσέπη,
βγάλτοτο κοσιπεντάρι
δώσ’το του σαχανατάρη,
να μας πει Χριστός Ανέστη
που ετάφει τσαι Ανέστει
να σας πούμε πόλους χρόνους
και εύτύχισμένους όλους.


                                            Πηγή εικόνας:Απ’ το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο της Μέλπως Μερλιέ"Μεγαρίτες ψάλτες/τραγουδιστές της ηχογράφησης του Μ.Λ.Α.: Δημήτριος Καρώνης (2ος από αριστερά) & Δημήτριος Παπαποστόλης (3ος από αριστερά) - Ηχογράφηση 1930"





Η Λάμια των δυτικών Γερανείων Όρεων. (παλιός Μεγαρικός θρύλος).



Η Λάμια στη σύγχρονη ελληνική λαϊκή παράδοση έχει επικρατήσει να εμφανίζεται στους ανθρώπους, σαν μια πανέμορφη κόρη, ενώ στη πραγματικότητα ( η λαϊκή διδαχή τη θέλει ) να είναι τερατώδες φάντασμα.
Στην ελληνική μυθολογία όμως, η Λάμια ήταν βασίλισσα της Λιβύης που έγινε δαίμονας. Παίρνοντας τη μορφή δαιμονικού, άρπαζε παιδιά και τα καταβρόχθιζε.
Η Λάμια ήταν κόρη του θεού Ποσειδώνα και της Λιβύης. Η ίδια ήταν βασίλισσα της Λιβύης και σύζυγος του Βήλου. Την αγάπησε ο Δίας και από την ένωση τους γεννήθηκαν πολλά παιδιά τα οποία σκότωσε η Ήρα από τη ζήλια της. Η Λάμια από τη στενοχώρια της μεταμορφώθηκε σε τέρας που σκότωνε παιδιά. Η Ήρα τότε την καταδίκασε να μην κοιμάται ποτέ, ο Δίας όμως την λυπήθηκε και της έδωσε την δυνατότητα να βγάζει τα μάτια της και να τα ξαναβάζει όποτε θελήσει. Κατά τον Στησιχόρο από τα παιδιά της επέζησαν μόνο η Σκύλλα και ο Τρίτωνας.
Ξακουστά απ’ την αρχαιότητα για τη σημαντική και πολιτιστική τους δραστηριότητα, τα Μέγαρα έχουν μία τεράστια λαογραφική κληρονομιά να επιδείξουν. Σε αντίθεση με το ότι η Αττική έχει κατ’ εξοχήν αρβανιτοχώρια η πόλη των Μεγάρων έχει διατηρήσει ακέραια την προαιώνια ελληνική της καταγωγή (1η).
Στη περιοχή του Μαζίου, πολίχνη δυτικά των Μεγάρων, – κοντά στη θρυλική πια κατάρα του Δεσπότη- υπάρχει στη λαϊκή παράδοση του Μεγαρικού τόπου και η ιστόρηση της μεγάλης Λάμιας.
Τότε που οι άνθρωποι ήταν πιο αγνοί, έβλεπαν στο Μάζι μια μεγάλη Λάμια, η οποία ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Από το Ντουράκο, το Παλιοχώρι, το Χάνι, τη Μούρτιζα έως και τον Αέρα (περιοχή σε αρκετό υψόμετρο των Γερανείων), ήταν τα λημέρια της. Συνήθως εμφανιζόταν στα δίστρατα και τα τρίστρατα. Σε αυτήν δε απέδιδαν πολλές ζημιές που συνέβαιναν στους ανθρώπους όπως: ότι τους έσβηνε τη φωτιά απ’ το τζάκι, τους έβρεχε τη μπαρούτι, τους έριχνε τα τενεκεδάκια που προσάρμοζαν στα πεύκα για το ρετσίνι, πείραζε τα γκαστρωμένα ζώα και γεννούσαν νεκρά, είτε απέβαλαν το κύημα κτλ.
Κάποτε μια κοπέλα που έβοσκε τα πρόβατά της κι ήταν βαριά χειμωνιάτικη ημέρα, είδε μια πανέμορφη κοπέλα που φορούσε ένα ελαφρύ μεταξωτό φόρεμα. Η βοσκοπούλα τη πλησίασε να τη βοηθήσει και τη κάλεσε στο κονάκι της για να ζεσταθεί. Καθώς πήγαιναν στο κονάκι η Λάμια προκαλούσε συνεχώς τη βοσκοπούλα να βγάλει τη κάπα της, κάτι που φυσικά εκείνη δεν έκανε. Όταν τέλος κοντόφθασαν στο κονάκι, η Λάμια εξαφανίστηκε λέγοντας: ‘’Φεύγω, αφού δεν κατάφερα να κάνεις αυτό που θέλω’’. Η βοσκοπούλα τότε συνειδητοποίησε το ότι η πανέμορφη κοπέλα ήταν η Λάμια, καθώς σκέφτηκε πως κάτω απ’ τη κάπα της ήταν ζωσμένη με φυσίγγια που η Λάμια ήθελε να καταστρέψει τη μπαρούτι. Κάποιο βράδυ ένας θαρραλέος κάτοικος του Μαζίου κατάφερε και την πυροβόλησε με το αριστερό το χέρι. Η Λάμια πέφτοντας κάτω φώναζε: ‘’ Ωχ! με λάβωσε’’. Το επόμενο πρωί που πήγαν στο σημείο του πυροβολισμού, η Λάμια είχε εξαφανιστεί , ενώ σταλαγματιές από αίμα κείτονταν στο χώμα κατά μήκος της κεντρικής στράτας που πιθανών διέφυγε πληγωμένη. Έκτοτε, οι κάτοικοι έλεγαν ότι σε κάποια αλώνια που έφτιαχναν κάρβουνα και που τα ονόμαζαν ‘’καρβουνίστρες’’, άκουγαν συχνά ουρλιαχτά και φωνές. Πίστευαν λοιπόν ότι αυτά τα απόκοσμα ακούσματα ήταν μνήμες του σκοτωμού της μεγάλης Λάμιας.
(Απ’ το βιβλίο του Μενέλαου Γ. Τσικλίδη: ΑΤΤΙΚΗ Η ΜΑΓΙΚΗ ΓΗ – ΘΡΥΛΟΙ- ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ- ΜΥΣΤΗΡΙΑ- τόμος Β’. Αθήνα 1999. Σελ. 83-85).

Σημείωση:
(1η ) Ο Αμερικάνος πρόξενος G. A. Perdicaris το 1845 μας αφήνει μια  περιγραφή για την ελληνικότατη καταγωγή των Μεγαρέων. Βιβλίο: The Greece of the Greeks, V2 ,σελ. 15.
‘’Ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την τύχη των Μεγαρέων, καθώς οι κάτοικοι των Μεγάρων, αντίθετα με αυτούς που κατοικούν στα χωριά της Αττικής, είναι ελληνικής καταγωγής. Τα σπίτια τους δεν μοιάζουν με αυτά των Αρβανιτών, και διαφέρουν τόσο στους τρόπους και την εμφάνιση όσο και στη γλώσσα τους. Οι άνδρες είναι αξιοσημείωτοι για την ευγενή και γεμάτη χάρη εμφάνιση τους, ενώ οι γυναίκες, αν και θέλουν εκπαίδευση για να γίνουν κυρίες της αυλής του Όθωνα, έχουν τα τέλεια χαρακτηριστικά και το “καθυποταγμένο αέρα” που παρατηρούμε σε κάποια μνημειώδη ανάγλυφα. Οι ευγενείς τους μορφές, οι καλές αναλογίες τους, και τα μεγάλα μαύρα μάτια τους αξίζουν την μελέτη του καλλιτέχνη’’.