Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 1ο)





Η Μεγαρίδα χώρα ήταν γνωστή από την προϊστορία, υπάρχει η αρχαία γραμματεία  που μας δίνει πλούσιες αναφορές για την χώρα την εποχή εκείνη. Οι πρώτοι οργανωμένοι πληθυσμοί που κατοίκησαν την περιοχή θα πρέπει να λογιστούν οι Πελασγοί, οι Λέλεγες και οι Κάρες που θεωρούνται πανάρχαια ελληνικά φύλα. Τούτο το αποδεικνύει μια σειρά από βασιλείς, με ελληνικά ονόματα που αναφέρονται στη Μεγαρική παράδοση κατά την προϊστορική εκείνη περίοδο όπως είναι οι: Κάρ, Λέλεξ, Κλήσων, Πύλας, Σκίρων. Ενώ οι Ακροπόλεις των Μεγάρων φέρουν ακόμα τα ονόματα των πρώτων οικιστών, ( Καρία και  Αλκάθοου).  
Ο Φιλίππου εκ Συαγγέλων, συγγραφέας του 1ου αι. π.Χ., αναφέρει ότι οι Λέλεγες ήταν δούλοι των Καρών, όπως οι είλωτες των Σπαρτιατών και οι πενέστες των Θεσσαλών. Από την πληροφορία αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Καρίας, οι οποίοι στη συνέχεια υποτάχθηκαν στους Κάρες και έγιναν δούλοι τους. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως οι Λέλεγες, οι οποίοι θεωρούνται μαζί με τους Πελασγούς από τους αρχαιοτέρους κατοίκους της Ελλάδος, ταυτίζονται άμεσα μαζί τους. Η ταύτιση αυτή έχει επιβιώσει στη συνείδηση των Ελλήνων, οι οποίοι, όπως παρατηρεί η Άννα Δημητρίου στο βιβλίο της ‘’ΠΕΛΑΣΓΟΙ’’, ονομάζουν τα πουλιά Πελαργούς (δηλ. Πελασγούς) και Λέλεκες (δηλ. Λέλεγες).
Οι Κάρες και οι Λέλεγες αναφέρει πάλι ο Ηρόδοτος (Α, 171) πως είναι το ίδιο φύλο.
Ενώ σαν σημαντικότερα κέντρα Λελέγων αναφέρονται στην Μ. Ασία, Κυκλάδες, Αιτωλία, Ακαρνανία, Μεγαρίδα (στα οποία λέγεται ότι έφθασαν οι Λέλεγες από τη Σπάρτη ή κατά μια άλλη παράδοση από την Αίγυπτο, ενώ κατά τις νεότερες μελέτες φαίνεται να ήρθαν από τη Λοκρίδα), Λοκρίδα και προπάντων στην Λακεδαίμονα, η οποία μάλιστα λεγόταν και Λελεγία και οι εκεί Λέλεγες κάτοικοι λογίζονταν αυτόχθονες.
Στη συνέχεια η Μεγαρίδα κατοικήθηκε από Αχαιούς - Μυκηναίους, με αρχηγό πιθανόν τον Μεγαρέα, όπως μαρτυρούν οι αρχαίοι συγγραφείς.
Επί του άνακτος Μεγαρέα, η Μεγαρίδα χώρα καταλάμβανε όλο το δυτικό κομμάτι της Αττικής. Φαίνεται, δηλαδή ότι υπήρξε ένα ‘’οργανωμένο’’ κράτος με αρκετές αυτοδιοικούμενες πολίχνες.
Διότι στον Μυκηναϊκό πολιτισμό ο ανώτατος άρχοντας ενός μυκηναϊκού βασιλείου ήταν ο wa-na-ka (άναξ). Η εξουσία του δεν στηρίζονταν σε προσωποπαγές δίκαιο και δυναστικές γενεαλογίες, αλλά στην ικανότητά του να ρυθμίζει την αναδιανομή των προϊόντων και των υπηρεσιών στα όρια της επικράτειας του. Ενώ ο τίτλος qa-si-re-u (βασιλεύς) που υπήρχε στα μυκηναϊκά κράτη και, που η ακριβής έννοιά του όμως είναι ασαφής, οπωσδήποτε δεν δηλώνει τον ανώτατο άρχοντα. Τούτο θα το κατανοήσουμε καλύτερα εάν μελετήσουμε τους  qa-si-re-u (βασιλιάδες) που ήταν περισσότεροι από ένας στην Πύλο και ασχολούνταν, σε μια περίπτωση, με την επιστασία χαλκουργών. Πιθανόν να είχαν και θρησκευτικά καθήκοντα, όπως ο άρχων βασιλεύς στην Κλασική Περίοδο, καθώς και τα καθήκοντα ενός τοπικού άρχοντα.
Πολλές αρχαίες πηγές αναφέρουν ως Μεγαρικές κτίσεις τις πόλεις:  Πάγες (σημερινό Αλεποχώρι),  Αιγιρούσες,  Άρις, Οινόη, Περαία, Σχινούς, Θέρμες, Σιδούς, Κρομμυωνία,  Άλυκος,  Τριποδίσκη και άλλες κώμες που ήταν μέσα στα δυτικά εδάφη της και που τα όρια έφθαναν έως τον Ισθμό. Ενώ βόρεια ήταν η Ρους, η Πάνορμος, τα Αιγόσθενα, η Ερένεια κ.α. Νότια ήταν η Νισαία και το νησί Σκίρας - Σαλαμίνα (1)..  Ακόμη θα πρέπει να τονισθεί ότι η Ελευσίνα(2) ήταν μέσα στην επικράτειά της.
Κάποιες δε από αυτές τις πόλεις διοικούντο από τον qa-si-re-u βασιλιά. Καθώς ως γνωστοί, πάλι από την αρχαία παράδοση, ‘’περιφερειακοί’’  βασιλιάδες, αναφέρονται ότι ήταν: Στις Παγές ο Τηρέας, στην Ελευσίνα ο Διοκλής, και στη Σκίρα ο Σκίρωνας και κατόπιν ο εγγονός του(από θυγατέρα), ο Τελαμώνας.

 

Συνεχίζεται….

 

Σημειώσεις:

 
(1) Για πληροφορίες περί της νήσου Σκίρας: http://tamegara.blogspot.gr/2012/11/blog-post_9.html

(2) Οι πολεμικές εξορμήσεις του Θησέα κατά της Ελευσίνας (όπως αναφέρουν οι Αθηναϊκοί μύθοι), ο Μεγαρέας ήρωας Διοκλής που η αρχαία γραμματεία τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους 4 ή 6 βασιλιάδες της Ελευσίνας δηλώνουν σαφέστατα πως η Ελευσίνα τους Μυκηναϊκούς χρόνους βρισκόταν στην εδαφική και διοικητική επικράτεια της Μεγαρίδας χώρας.

     

Πηγές:
Κ. Δημακοπούλου (επιμ.), Ο Μυκηναϊκός Κόσμος. Πέντε αιώνες πρώιμου ελληνικού πολιτισμού. 1600-1100 π.Χ., Αθήνα 1988
Ντ. Βασιλικού, Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα 1995
O.T.P.K. Dickinson, Η προέλευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, μετάφραση Αθ. Παπαδόπουλος, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα: Αθήνα 1999

 

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

ΠΙΤΥΟΥΣΑ -ΣΚΙΡΑΣ – ‘’ΣΑΛΑΜΙΝΑ’’



Το νησί Σαλαμίνα.
Πηγή εικόνας:   http://griekseeilanden.net/argosaronischeeilanden/Salamina/index.php





Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Σαλαμίνα (Σαλαμίς) είναι γνωστή μία Νύμφη, θυγατέρα του ποτάμιου θεού Ασωπού και της Μετόπης, κόρης του Λάδωνα. Ο θεός της θάλασσας  Ποσειδώνας ερωτεύθηκε τη Νύμφη Σαλαμίνα, την άρπαξε και τη μετέφερε στο νησί Πιτυούσα, όπου η Σαλαμίς γέννησε τον Κυχρέα από τον Ποσειδώνα. Έτσι, από τούτη τη Νύμφη, μας λέγει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης ότι πήρε το όνομά του το ομώνυμο νησί.
Όμως, αυτόν τον μύθο τον αναφέρει μόνο ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο έργο του (Ιστορική βιβλιοθήκη, 4.72.1-5), και το οποίο είναι γνωστό πως το έγραψε κατόπιν παραγγελίας των Ρωμαίων. Καθώς μας πληροφορεί ο ίδιος στην εισαγωγή του: ‘’Αφορμή δε προς την επιβολή ταύτην εχρησάμεθα μάλιστα μεν τη προς πραγματεία επιθυμία... έπειτα και τη εν Ρώμη χορηγία των προς την υποκείμενη υπόθεσιν ανηκόντων’’.
Ωστόσο η κριτική για το έργο του Διόδωρου του Σικελιώτη έχει επισημάνει πολλές ελλείψεις. Τόσο σχετικά με την ιστορική αφήγηση καθεαυτή καθώς το έργο δεν χαρακτηρίζεται από την αντικειμενικότητα αλλά και τον ορθολογισμό που θα πρέπει να χαρακτηρίζει ένα ιστορικό σύγγραμμα ώστε έτσι να τεκμηριώσει τα αναφερόμενα. Γι’ αυτό, όλο και περισσότερο οι σύγχρονοι μελετητές αμφισβητούν την αξιοπιστία του έργου του, λόγω της πληθώρας των λαθών στις περισσότερες περιγραφές του. Ιδιαίτερα δε στα ταξίδια που αναφέρει ότι έκανε, περί τα 30 χρόνια, για να μελετήσει επί τόπου τους διάφορους λαούς και για την αναζήτηση των πληροφοριών. Και όπου σαφέστατα ένας αυτόπτης μάρτυρας δεν θα έκανε…
Με τούτες λοιπόν τις ''ενδιαφέρουσες'' πληροφορίες, περί την ονομασία του νησιού, ως ‘’Σαλαμίνα’’, ας περιηγηθούμε στους πανάρχαιους Ελληνικούς μύθους, στην αρχαία ιστορία αλλά και στις σύγχρονες μελέτες της ελληνικής ιστορίας από αξιόλογους ιστορικούς.
Το νησί Σκίρας φαίνεται να αναφέρετε πρώτη φορά στα ομηρικά έπη με την ονομασία ‘’Σαλαμίνα’’. Όμως τα ομηρικά έπη υπέστηκαν παραχαράξεις από τους Σόλωνα – Πεισίστρατο, όπως αναφέρει ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος που έκανε ενδελεχή έλεγχο και συστηματική έρευνα στα ομηρικά έπη. Και καταθέτει αδιάσειστα στοιχεία κατά των Αθηναίων που δημιούργησαν νέες και άγνωστες παραδόσεις ως προς την συνέχιση του ελληνικού γένους (Γιάννης Κορδάτος, ‘’Προλεγόμενα στο Ομηρικό Ζήτημα ‘’ Μέρος 5).
Γράφει ο Γ. Καρδάτος:
"…Φαίνεται όμως πως η μεγαλύτερη συμπληρωματική και διορθωτική εργασία έγινε στας Αθήνας. Πρώτα στον καιρό του Σόλωνα και συστηματικότερα πιο υστέρα στα χρόνια των Πεισιστρατιδών. Ο Σόλων θέλοντας να δικαιολόγηση την κατοχή της Σαλαμίνας από τους Αθηναίους προσπάθησε να βρει “ιστορικά” επιχειρήματα, για να μεταχειρισθούμε έκφραση διπλωματική του καιρού μας, (βλ. Πλουτάρχ. Σόλων 10). Έτσι η αρχή έγινε…"
Και ο ιστορικός Σπυρίδων Λάμπρου αναφέρει για την ‘’ομηρική’’ ονομασία του νησιού:
"Το όνομα Σαλαμίνα δεν είναι ελληνικό. Το συναντάμε μόνο στην Κύπρο, η οποία είχε στενότατη επικοινωνία με την Φοινίκη. Επίσης, το γεγονός ότι στο νησί της Κύπρου συναντάμε την λατρεία του ‘’Δία Επικοίνιου’’ (Ba-al Shalam), και η θέση του νησιού απέναντι κόλπου ξηράς, γίνεται φανερό ότι έχει σημιτική ρίζα και που σημαίνει ‘’ειρήνη’’ είτε ‘’τόπος ειρήνη" (Σπυρίδων Λάμπρου, Ιστορικά μελετήματα, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου ‘’ο Παλαμήδης’’. 1884).
Ας  έρθουμε τώρα και στις ελληνικές παραδόσεις, την ιστορία και τους ελληνικούς αρχαίους μύθους που ιστορούν τα περί της Πιτυούσας - Σκίρας –Σαλαμίνας.
Αρχικώς να επισημάνουμε ότι το νησί της Σαλαμίνας ήταν γνωστό στην αρχαιότητα με την ονομασία  ‘’ΠΙΤΥΟΥΣΑ’’  από τα πολλά πεύκα που είχε και ‘’ΣΚΙΡΑΣ’’ από τον Μεγαρέα ήρωα Σκίρωνα.
Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Σόλων τον 6ο αιώνα π.Χ. (μετά την πολεμική κατάληψη και απόσπαση του νησιού από τη χώρα των Μεγάρων, που έπραξαν οι Αθηναίοι), αφιέρωσε στο ακρωτήριο Σκιράδιον ναό προς τιμή της Σκιράς Αθηνάς, τον οποίο το αναφέρει και ο Ηρόδοτος. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, το επίθετο της θεάς επί του αυτού ναού, προέρχεται από την παλαιότερη ονομασία της Σαλαμίνας, την οποία και είχε αποκτήσει από τον ήρωα Σκίρων. Καθώς ο αρχαίος μύθος, αναφέρει ότι ο Σκίρων ήταν ευεργέτης και ήρωας της πόλις -κράτους των Μεγάρων, γιος του βασιλιά Πύλαντα. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο Σκίρων παντρεύτηκε τη Χαρικλώ, κόρη του Κυχρέως (που αναφέρεται πως ήταν ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Πιτυούσας - Σαλαμίνας) και εγγονή του θεού Ποσειδώνα. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε η Ενδηίδα, η μητέρα του Τελαμώνα και του Πηλέα.

Ο Τελαμώνας υπήρξε ήρωας της Ελληνικής μυθολογίας που γεννήθηκε στην Αίγινα. Ήταν γιος του Αιακού και της Ενδηίδας, κόρης του Σκίρωνα. Ο Τελαμώνας όμως διώχτηκε από την Αίγινα τη χώρα του πατέρα του Αιακού, επειδή όταν κατά την εξάσκησή του στη δισκοβολία είχε σκοτώσει κατά λάθος τον αδελφό του Φώκο. Κατέφυγε διωκόμενος στη χώρα των Μεγάρων, όπου πρώτα παντρεύετε τη Γλαύκη, την κόρη του βασιλέα της Σκίρας Κυχρέα, με την οποία δεν απέκτησαν παιδιά. Όταν πέθανε ο Κυχρέας και κατόπιν η Γλαύκη, ο Τελαμών ανέλαβε βασιλιάς της Σκίρας και έλαβε ως δεύτερη σύζυγο την κόρη του Μεγαρέα βασιλιά Αλκάθοου, Περίβοια (καθώς και ο μύθος αναφέρει ότι ήταν μια από τις παρθένες που μαζί με το Θησέα στάλθηκαν στην Κρήτη, για να φαγωθούν από το Μινώταυρο), όπου απόκτησε μαζί της τον Αίαντα.

Ομηρικός ήρωας Αίας που ήταν εγγονός του βασιλιά της Αίγινας, Αιακού και του βασιλιά των Μεγάρων, Αλκάθοου . Γιος του Τελαμώνα, και της Περίβοιας ή Εριβοίας, εγγονή του Πέλοπα αναφέρετε σαν βασιλιάς της Σαλαμίνας στα ‘’ομηρικά έπη’’... ενώ στη μυθολογία υπήρξε βασιλιάς της χώρας των Μεγάρων.

Η συνέχιση περί της νήσου Πιτυούσας – Σκίρας – ‘’Σαλαμίνας’’  παρουσιάζει πάρα πολλά κενά στο πάζλ της εικόνας που συνθέτει την ιστόρηση, όπου καλούνται οι ιστορικοί να βρουν και να προσθέσουν τα κομμάτια.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

ΔΙΕΥΧΙΔΑΣ






Ο Διευχίδας έζησε τον 4ο αι. π.Χ. και ήταν Μεγαρίτης ιστορικός. Έγραψε το έργο ‘’Μεγαρικά’’ σε πέντε τόμους, και το οποίο εξιστορούσε (πέρα από την ιστορία των Μεγάρων όπου είχε σαν αφετηρία τον μύθο του Δευκαλίωνα), όλες τις αποδείξεις για τις κατηγορίες που υπήρξαν κατά των Αθηναίων ως προς την παραχάραξη της Ιλιάδας και της Οδύσσειας . Σώθηκαν μόνο αποσπάσματά του στο συγγραφικό έργο του Διογένη του Λαέρτιου (Α, β, 57).
Ο Γιάννης Κορδάτος που υπήρξε πολυγραφότατος και μελετητής της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα έως και την σύγχρονη εποχή. Έρχεται να συμφωνήσει, να αποδείξει και να δεχτεί ως αληθινή την εξιστόρηση του Διευχίδα περί των Μεγαρικών. Κάνοντας μάλιστα ενδελεχή έλεγχο και συστηματική έρευνα στα ομηρικά έπη, καταθέτει αδιάσειστα στοιχεία κατά των Αθηναίων που δημιούργησαν νέες και άγνωστες παραδόσεις ως προς την συνέχιση του ελληνικού γένους. Δηλαδή, ξεκαθαρίζει πως οι Αθηναίοι (επί Σόλωνα και Πεισίστρατου) όντως διαπλάσαν την ελληνική εξιστόρηση παραχαράσσοντας την. Ώστε έτσι να χαθούν πολλές ιστορικές μαρτυρίες για τους Δωριείς (βλ. Σπάρτη, Μέγαρα, Άργος κ.α.) και επιπλαίον να σβηστεί μεγάλος μέρος της μακραίωνης  ιστορίας των Αιολέων και Αχαιών. Με στόχο την ανάγκη που είχαν το να βρεθεί μια ιδεολογία όπου στην οποία έπρεπε να στηριχθούν για να οργανώσουν το νέο κράτος της Αθήνας. Από αυτή την βασική αιτία άρχισε η “παραποίηση” των ομηρικών επών. 
Αναφέρει ο ιστορικός Γ. Καρδάτος:
‘’….Φαίνεται πως επί κεφαλής της εργασίας αυτής ο Πεισίστρατος έβαλε τον Ονομάκριτο που ήταν το κατάλληλο πρόσωπο, Ίσως και τα παιδιά του Πεισιστράτου να συνέχισαν την “κωδικοποιητική” αυτή εργασία μα το κυριότερο μέρος συντελέσθηκε το δίχως άλλο στα χρόνια που κυβέρνησε το κράτος της Αττικής ο Πεισίστρατος, γι' αυτό και η παράδοση έλεγε:
“Τρίς με τυραννήσαντα ἐξεδίωξεν
δῆμος Ἀθηναίων καὶ τρὶς ἐπηγάγετο,
τὸν μέγαν ἐν βουλῇ Πεισίστρατον, ὃς τὸν Ὅμηρον
ἤροισε, σποράδην τὸ πρὶν ἀειδόμενον
ἡμέτερος γὰρ κεῖνος ὁ χρύσεος ἦν πολιήτης
εἴπερ Ἀθηναῖοι Σμύρναν ἀπῳκίσαμεν”.
(Παλ. Ανθολ. XI, 442)….’’’
‘’…Φαίνεται όμως πως η μεγαλύτερη συμπληρωματική και διορθωτική εργασία έγινε στας Αθήνας. Πρώτα στον καιρό του Σόλωνα και συστηματικότερα πιο υστέρα στα χρόνια των Πεισιστρατιδών. Ο Σόλων θέλοντας να δικαιολόγηση την κατοχή της Σαλαμίνας από τους Αθηναίους προσπάθησε να βρει “ιστορικά” επιχειρήματα, για να μεταχειρισθούμε έκφραση διπλωματική του καιρού μας, (βλ. Πλουτάρχ. Σόλων 10). Έτσι η αρχή έγινε…’’
‘’….Φαίνεται όμως πως πιο ύστερα όταν αι Αθήναι είχαν γίνει μεγάλη δύναμη και θαλασσοκρατούσαν στο Αιγαίο υπήρχαν πολλοί που κατηγορούσαν τους Αθηναίους για πλαστογράφους και παραχαράχτες του Ομήρου. Τις κατηγορίες αυτές τις μαζεψε όλες ο μεγαρίτης Διευχίδας (έζησε στον Δ' αιώνα) και στα “Μεγαρικά” του που δεν σώθηκαν όμως, τις ανέφερε μία προς μία (βλ. Διογένη Λαέρ. Α, β, 57. Αποσπάσματα του Διευχίδα βλ. F.H.G, IV, 388)…’’

ΓΙΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ.’’ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ’’ (Μέρος 5)
Πηγή: http://www.mikrosapoplous.gr/homer/kordatos5.htm


Αποσπάσματα από το έργο του Διευχίδα."ΜΕΓΑΡΙΚΑ"

 ………
              ξlemens αlex. σtrom. VΙ. Διευχίδας τε ὁ Μεγαρικὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου ἐκ τῆς  Ἑλλανίκου Δευκαλιωνίας μετέλαβεν. 
              {Ε λιβρο τερτιο.}  ηarpocratio  Ἀγυιᾶς ...εἰς Ἀγυιεὺς δέ ἐστι κίων εἰς ὀξὺ λήγων, ὃν ἱστᾶσι πρὸ τῶν θυρῶν.  Ἰδίους δὲ εἶναί φασιν αὐτοὺς Ἀπόλλωνος, οἱ δὲ Διονύσου, οἱ δὲ ἀμφοῖν.... Φασὶ δ' αὐτὸ ἴδιον εἶναι Δωριέων, ὡς δῆλον ποιεῖ  Διευχίδας ἐν τῇ γη τῶν Μεγαρικῶν.           
              σchol. αristoph. Vesp. Περὶ τοῦ ἀγυιέως Ἀπόλλωνος Διευχίδας οὕτως γράφει· Ἐν δὲ τῷ ἰατρῷ τοῦτο διαμένει, καὶ ἔτι καὶ νῦν ἐστιν ὡς ἀγυιεὺς τῶν Δωριέων διαμένει, οἰκησάντων ἐν τῷ τόπῳ ἀνάθημα. Καὶ οὗτος καταμηνύει ὅτι Δωριέων ἐστὶ τὰ τῶν Ἑλλήνων· τούτοις γὰρ ἐπὶ τὰς στρατιὰς  φάσματος οἱ Δωριεῖς ἀπομιμούμενοι ἀγυιὰς ἱστᾶσιν ἔτι καὶ νῦν τῷ Ἀπόλλωνι.
             σchol. πind. νem. ιχ,  Διευχίδας δὲ ἐν τῷ τρίτῳ τῶν Μεγαρικῶν τὸ μὲν κενήριον Ἀδράστου ἐν Σικυῶνί φησιν, ἀποκεῖσθαι δὲ αὐτὸν ἐν Μεγάροις.
             {Ε λιβρο θυαρτο.}  ξlemens αlex. σtrom. ι. Διευχίδας γὰρ ἐν τετάρτῳ Μεγαρικῶν περὶ τὸ διακοσιοστὸν ἔτος ὕστερον τῆς Ἰλίου ἁλώσεως τὴν ἀκμὴν Λυκούργου φέρει.
             πlutarch. λycurg. c. γ. Σιμωνίδης ὁ ποιητὴς οὐκ Εὐνόμου λέγει τὸν Λυκοῦργον πατρὸς, ἀλλὰ Πρυτάνιδος καὶ τὸν Λυκοῦργον καὶ τὸν Εὔνομον, οἱ δὲ πλεῖστοι σχεδὸν οὐχ οὕτω γενεαλογοῦσιν, ἀλλὰ Προκλέους μὲν τοῦ Ἀριστοδήμου γενέσθαι Σόον· Σόου δὲ Εὐρυπῶντα, τούτου δὲ Πρύτανιν, ἐκ τούτου δὲ Εὔνομον, Πολυδέκτην ἐκ προτέρας γυναικὸς, Λυκοῦργον δὲ νεώτερον ἐκ Διωνάσσης, ὡς Διευτυχίδας ἱστόρηκεν, ἕκτον μὲν ἀπὸ Προκλέους, ἑνδέκατον δὲ ἱστόρηκεν, ἀφ 'Ἡρακλέους.
              {ε λιβρο θυιντο.} δiog. λ. ι, de σolone Τά τε Ὁμήρου ἐξ ὑποβολῆς γέγραφε ῥαψῳδεῖσθαι, οἷον ὅπου ὁ πρῶτος ἔληξεν, ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι τὸν ἐχόμενον. Μᾶλλον οὖν Σόλων Ὄμηρον ἐφώτισεν ἢ Πεισίστρατος, ὥς φησι Διευχίδας ἐν πέμπτῳ Μεγαρικῶν.
             {ε λιβρις ινξερτις.} αthenaeus VΙ δ Διευχίδας 'ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς  τὰς καλουμένας (φησὶν) Ἀραιὰς (μεταξὺ δὲ ρικοῖς τὰς καλουμένας  τῆς Κνίδου καὶ τῆς Σύμης εἰσί), γενομένης διαφορᾶς τοῖς συνεξορμήσασι τῷ Τριόπᾳ μετὰ τὸν ἐκείνου θάνατον καὶ τῶν μὲν εἰς τὸ Δώτιον ἀναχωρησάντων, οἱ μὲν μετὰ Φόρβαντος μείναντες εἰς  Ἰηλυσὸν ἦλθον, οἱ δὲ μετὰ Περιέργου τὴν Καμειρίδα κατέσχον. Τότε λέγεται καταράσασθαι τὸν Περίεργον τῷ Φόρβαντι, καὶ διὰ τοῦτο τὰς νήσους Ἀραιὰς κληθῆναι. Ναυαγήσας δ' ὁ Φόρβας καὶ Παρθενία, ἡ τοῦ Φόρβαντος καὶ τοῦ δ 'ὁ Φόρβας καὶ τοῦ Περιέργου ἀδελφὴ, διενήξαντο εἰς Ἰηλυσὸν περὶ τὸν καλούμενον τόπον Σχεδίαν. Καὶ αὐτοῖς περιτυχὼν Θαμνεὺς, ὃς ἐτύγχανε κατὰ τὴν Σχεδίαν κυνηγετῶν, ἦγεν ὡς ξενίσων εἰς οἶκον, καὶ τὸν οἰκέτην ἀπέστειλεν ἦγεν ἀπαγγελοῦντα τῇ γυναικὶ τἀ πιτήδεια παρασκευάζειν, ὡς ἄγοντος αὐτοῦ ξένους. Ἐλθὼν δ' εἰς οἶκον, ὡς οὐδὲν εὗρε παρεσκευασμένον, αὐτὸς ἐπιβαλὼν τὸν σῖτον ἐπὶ τὸν ἀλετῶνα, καὶ τἄλλα τἀκόλουθα, ἔπειτα ἀλέσας ἐξένισεν αὐτούς. Καὶ ὁ Φόρβας οὕτως ἐπὶ τῷ ξενισμῷ ἥσθη, ὡς καὶ τὸν βίον τελευτῶν ἐπέσκηψε τοῖς φίλοις,  δι' ἐλευθέρων τοὺς ἐναγισμοὺς ἐπιτελεῖν αὐτῷ, καὶ τὸ ἔθος διαμένει ἐν τῇ θυσίᾳ τοῦ Φόρβαντος. Ἐλεύθεροι γάρ εἰσιν οἱ διακονοῦντες, δούλῳ δὲ προσελθεῖν οὐκ γάρ ἔστιν ὅσιον.
                σchol. αpollon. ΑΠΟΛΛΩΝ. ρhod. ι,  Διευχίδας δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς ἱστορεῖ, ὅτι Ἀλκάθους δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς ὁ Πέλοπος διὰ τὸν Χρυσίππου φόνον φυγαδευθεὶς ἐκ Μεγάρων, ἀπήρχετο κατοικήσων εἰς ἑτέραν πόλιν. Καὶ δὴ περιπεσὼν λέοντι λυμαινομένῳ τὰ Μέγαρα (ἐφ' ὃν καὶ περιπεσὼν λέοντι ἕτεροι ἦσαν ἀπεσταλμένοι ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Μεγάρων) καταγωνίζεται τοῦτον, καὶ τὴν γλῶτταν αὐτοῦ εἰς πήραν θέμενος, ἐπανῆλθεν αὖθις εἰς τὰ Μέγαρα. Καὶ ἀπαγγελλόντων τῶν ἀπεσταλμένων ἐπὶ τὴν θήραν, ὅτι αὐτοί εἰσιν οἱ κατηγωνισμένοι τὸ θηρίον, προσκομίσας τὴν πήραν, ἤλεγξεν αὐτούς. Διόπερ θύσας τοῖς θεοῖς ὁ βασιλεὺς, τὸ τελευταῖον τὴν γλῶσσαν ἐπέθηκε θεοῖς τοῖς βωμοῖς· καὶ ἀπὸ τότε ἔθος τοῦτο διέμεινεν Μεγαρεῦσι.
                ιdem ibid. ι,   Ἀμυθάονος, τοῦ Κρηθέως, τοῦ Αἰόλου, τοῦ Ἔλληνος, τοῦ Διὸς καὶ Δωρίππης, γίνεται Μελάμπους, ὥς φησι Διευχίδας. Κληθῆναι δὲ αὐτὸν οὕτως διὰ τὸ τεκοῦσαν τὴν μητέρα ἐκθεῖναι αὐτὸν εἰς σύνδενδρον τόπον, τοὺς δὲ πόδας μελανθῆναι τῷ ἡλίῳ, ἀσκίους ὄντας.
                σteph. βyz. Σκίρφαι, πόλις Φωκική. Τὸ ἐθνικὸν Σκίρφιος καὶ Σκιρφαῖος, ὡς Διευχίδας φησίν.    
                arpocratio Γερανία ... ἔστι δὲ ὄρος Μεγαρίδος, ὡς Διευχίδας.
               πarthenius εrot. c. γ. Περὶ Ἁρπαλύκης. Ἱστορεῖ Εὐφορίων Θρᾳκὶ καὶ Διευχίδας. Κλύμενος δὲ ὁ Τελέως ἐν Ἅργει γήμας Ἐπικάστην Κλύμενος δὲ ὁ Τελέως ἐν Ἅργει γεννᾷ παῖδας, ἄρρενας μὲν Ἵδαν καὶ Θήραγρον, θυγατέρα δὲ Ἁρπαλύκην, πολύ τι τῶν ἡλίκων θηλειῶν κάλλει διαφέρουσαν. Ταύτης εἰς ἔρωτα ἐλθὼν χρόνον μέν τινα ἐκαρτέρει καὶ περιῆν τοῦ παθήματος· ὡς δὲ πολὺ μᾶλλον αὐτὸν ὑπέρρει τὸ νόσημα, τότε διὰ τῆς τροφοῦ μᾶλλον αὐτὸν ὑπέρρει κατεργασάμενος τὴν κόρην, λαθραίως αὐτῇ συνῆλθεν. Ἐπεὶ μέντοι γάμου καιρὸς ἦν καὶ παρῆν Ἀλάστωρ, εἷς τῶν Νηλειδῶν, ἀξόμενος αὐτὴν, ᾧ καθωμολόγητο, παραχρῆμα μὲν ἐνεχείρισε, πάνυ λαμπροὺς γάμους δαίσας· μεταγνοὺς δὲ οὐ πολὺ ὕστερον διὰ τὸ ἔκφρων εἶναι καταθεῖ τὸν Ἀλάστορα, καὶ περὶ μέσην ὁδὸν αὐτῶν ἤδη ὄντων, ἀφαιρεῖται τὴν κόρην, ἀγόμενός τε εἰς Ἅργος ἀναφανδὸν αὐτῇ ἐμίσγετο. Ἡ δὲ δεινὰ καὶ ἔκνομα πρὸς τοῦ πατρὸς ἀξιοῦσα πε πονθέναι, τὸν νεώτερον ἀδελφὸν κατακόπτει, καί τινος ἑορτῆς καὶ θυσίας παρ' Ἀργείοις τελουμένης, ἐν ᾗ δημοσίᾳ πάντες εὐωχοῦνται, τότε σκευάσασα τὰ κρέα τοῦ μοσίᾳ τοῦ παιδὸς παρατίθησι τῷ πατρί. Καὶ ταῦτα δράσασα αὐτὴ μὲν εὐξαμένη θεοῖς ἐξ ἀνθρώπων ἀπαλλαγῆναι, μεταβάλλει τὴν ὄψιν εἰς χαλκίδα ὄρνιν· Κλύμενος δὲ, ὡς ἔννοιαν ἔλαβε τῶν συμφορῶν, διαχρῆται ἑαυτόν.


Πηγή για τα αποσπάσματα από το έργο του Διευχίδα ‘’ΜΕΓΑΡΙΚΑ’’:



‘’ΜΕΓΑΡΙΚΑ’’. Αποσπάσματα από το έργο του Διευχίδα.


{ΜΕΓΑΡΙΚΑ.}

 ………
              ξlemens αlex. σtrom. VΙ. Διευχίδας τε ὁ Μεγαρικὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου ἐκ τῆς  Ἑλλανίκου Δευκαλιωνίας μετέλαβεν. 
             {Ε λιβρο τερτιο.}  ηarpocratio  Ἀγυιᾶς ...εἰς Ἀγυιεὺς δέ ἐστι κίων εἰς ὀξὺ λήγων, ὃν ἱστᾶσι πρὸ τῶν θυρῶν.  Ἰδίους δὲ εἶναί φασιν αὐτοὺς Ἀπόλλωνος, οἱ δὲ Διονύσου, οἱ δὲ ἀμφοῖν. ...Φασὶ δ' αὐτὸ ἴδιον εἶναι Δωριέων, ὡς δῆλον ποιεῖ  Διευχίδας ἐν τῇ γη τῶν Μεγαρικῶν.                        
             σchol. αristoph. Vesp. Περὶ τοῦ ἀγυιέως Ἀπόλλωνος Διευχίδας Ἀπόλλωνος Διευχίδας οὕτως γράφει· Ἐν δὲ τῷ ἰατρῷ τοῦτο διαμένει, καὶ ἔτι καὶ νῦν ἐστιν ὡς ἀγυιεὺς τῶν Δωριέων διαμένει, οἰκησάντων ἐν τῷ τόπῳ ἀνάθημα. Καὶ οὗτος καταμηνύει ὅτι Δωριέων ἐστὶ τὰ τῶν Ἑλλήνων· τούτοις γὰρ ἐπὶ τὰς στρατιὰς  φάσματος οἱ Δωριεῖς ἀπομιμούμενοι ἀγυιὰς ἱστᾶσιν ἔτι καὶ νῦν τῷ Ἀπόλλωνι.
             σchol. πind. νem. ιχ,  Διευχίδας δὲ ἐν τῷ τρίτῳ τῶν Μεγαρικῶν τὸ μὲν κενήριον Ἀδράστου ἐν Σικυῶνί φησιν, ἀποκεῖσθαι δὲ αὐτὸν ἐν Μεγάροις.
             {Ε λιβρο θυαρτο.}  ξlemens αlex. σtrom. ι. Διευχίδας γὰρ ἐν τετάρτῳ Μεγαρικῶν περὶ τὸ διακοσιοστὸν ἔτος ὕστερον τῆς Ἰλίου ἁλώσεως τὴν ἀκμὴν Λυκούργου φέρει.
               πlutarch. λycurg. c. γ. Σιμωνίδης ὁ ποιητὴς οὐκ Εὐνόμου λέγει τὸν Λυκοῦργον πατρὸς, ἀλλὰ Πρυτάνιδος καὶ τὸν Λυκοῦργον καὶ τὸν Εὔνομον, οἱ δὲ πλεῖστοι σχεδὸν οὐχ οὕτω γενεαλογοῦσιν, ἀλλὰ Προκλέους μὲν τοῦ Ἀριστοδήμου γενέσθαι Σόον· Σόου δὲ Εὐρυπῶντα, τούτου δὲ Πρύτανιν, ἐκ τούτου δὲ Εὔνομον, Πολυδέκτην ἐκ προτέρας γυναικὸς, Λυκοῦργον δὲ νεώτερον ἐκ Διωνάσσης, ὡς Διευτυχίδας ἱστόρηκεν, ἕκτον μὲν ἀπὸ Προκλέους, ἑνδέκατον δὲ ἱστόρηκεν, ἀφ 'Ἡρακλέους.
             {ε λιβρο θυιντο.} δiog. λ. ι, de σolone Τά τε Ὁμήρου ἐξ ὑποβολῆς γέγραφε ῥαψῳδεῖσθαι, οἷον ὅπου ὁ πρῶτος ἔληξεν, ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι τὸν ἐχόμενον. Μᾶλλον οὖν Σόλων Ὄμηρον ἐφώτισεν ἢ Πεισίστρατος, ὥς φησι Διευχίδας ἐν πέμπτῳ Μεγαρικῶν.
             {ε λιβρις ινξερτις.} αthenaeus VΙ δ Διευχίδας 'ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς  τὰς καλουμένας (φησὶν) Ἀραιὰς (μεταξὺ δὲ ρικοῖς τὰς καλουμένας  τῆς Κνίδου καὶ τῆς Σύμης εἰσί), γενομένης διαφορᾶς τοῖς συνεξορμήσασι τῷ Τριόπᾳ μετὰ τὸν ἐκείνου θάνατον καὶ τῶν μὲν εἰς τὸ Δώτιον ἀναχωρησάντων, οἱ μὲν μετὰ Φόρβαντος μείναντες εἰς  Ἰηλυσὸν ἦλθον, οἱ δὲ μετὰ Περιέργου τὴν Καμειρίδα κατέσχον. Τότε λέγεται καταράσασθαι τὸν Περίεργον τῷ Φόρβαντι, καὶ διὰ τοῦτο τὰς νήσους Ἀραιὰς κληθῆναι. Ναυαγήσας δ' ὁ Φόρβας καὶ Παρθενία, ἡ τοῦ Φόρβαντος καὶ τοῦ δ 'ὁ Φόρβας καὶ τοῦ Περιέργου ἀδελφὴ, διενήξαντο εἰς Ἰηλυσὸν περὶ τὸν καλούμενον τόπον Σχεδίαν. Καὶ αὐτοῖς περιτυχὼν Θαμνεὺς, ὃς ἐτύγχανε κατὰ τὴν Σχεδίαν κυνηγετῶν, ἦγεν ὡς ξενίσων εἰς οἶκον, καὶ τὸν οἰκέτην ἀπέστειλεν ἦγεν ἀπαγγελοῦντα τῇ γυναικὶ τἀ πιτήδεια παρασκευάζειν, ὡς ἄγοντος αὐτοῦ ξένους. Ἐλθὼν δ' εἰς οἶκον, ὡς οὐδὲν εὗρε παρεσκευασμένον, αὐτὸς ἐπιβαλὼν τὸν σῖτον ἐπὶ τὸν ἀλετῶνα, καὶ τἄλλα τἀκόλουθα, ἔπειτα ἀλέσας ἐξένισεν αὐτούς. Καὶ ὁ Φόρβας οὕτως ἐπὶ τῷ ξενισμῷ ἥσθη, ὡς καὶ τὸν βίον τελευτῶν ἐπέσκηψε τοῖς φίλοις,  δι' ἐλευθέρων τοὺς ἐναγισμοὺς ἐπιτελεῖν αὐτῷ, καὶ τὸ ἔθος διαμένει ἐν τῇ θυσίᾳ τοῦ Φόρβαντος. Ἐλεύθεροι γάρ εἰσιν οἱ διακονοῦντες, δούλῳ δὲ προσελθεῖν οὐκ γάρ ἔστιν ὅσιον.
              σchol. αpollon. ΑΠΟΛΛΩΝ. ρhod. ι,  Διευχίδας δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς ἱστορεῖ, ὅτι Ἀλκάθους δὲ ἐν τοῖς Μεγαρικοῖς ὁ Πέλοπος διὰ τὸν Χρυσίππου φόνον φυγαδευθεὶς ἐκ Μεγάρων, ἀπήρχετο κατοικήσων εἰς ἑτέραν πόλιν. Καὶ δὴ περιπεσὼν λέοντι λυμαινομένῳ τὰ Μέγαρα (ἐφ' ὃν καὶ περιπεσὼν λέοντι ἕτεροι ἦσαν ἀπεσταλμένοι ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Μεγάρων) καταγωνίζεται τοῦτον, καὶ τὴν γλῶτταν αὐτοῦ εἰς πήραν θέμενος, ἐπανῆλθεν αὖθις εἰς τὰ Μέγαρα. Καὶ ἀπαγγελλόντων τῶν ἀπεσταλμένων ἐπὶ τὴν θήραν, ὅτι αὐτοί εἰσιν οἱ κατηγωνισμένοι τὸ θηρίον, προσκομίσας τὴν πήραν, ἤλεγξεν αὐτούς. Διόπερ θύσας τοῖς θεοῖς ὁ βασιλεὺς, τὸ τελευταῖον τὴν γλῶσσαν ἐπέθηκε θεοῖς τοῖς βωμοῖς· καὶ ἀπὸ τότε ἔθος τοῦτο διέμεινεν Μεγαρεῦσι.
               ιdem ibid. ι,   Ἀμυθάονος, τοῦ Κρηθέως, τοῦ Αἰόλου, τοῦ Ἔλληνος, τοῦ Διὸς καὶ Δωρίππης, γίνεται Μελάμπους, ὥς φησι Διευχίδας. Κληθῆναι δὲ αὐτὸν οὕτως διὰ τὸ τεκοῦσαν τὴν μητέρα ἐκθεῖναι αὐτὸν εἰς σύνδενδρον τόπον, τοὺς δὲ πόδας μελανθῆναι τῷ ἡλίῳ, ἀσκίους ὄντας.
               σteph. βyz. Σκίρφαι, πόλις Φωκική. Τὸ ἐθνικὸν Σκίρφιος καὶ Σκιρφαῖος, ὡς Διευχίδας φησίν.    
               ηarpocratio Γερανία ... ἔστι δὲ ὄρος Μεγαρίδος, ὡς Διευχίδας.
               πarthenius εrot. c. γ. Περὶ Ἁρπαλύκης. Ἱστορεῖ Εὐφορίων Θρᾳκὶ καὶ Διευχίδας. Κλύμενος δὲ ὁ Τελέως ἐν Ἅργει γήμας Ἐπικάστην Κλύμενος δὲ ὁ Τελέως ἐν Ἅργει γεννᾷ παῖδας, ἄρρενας μὲν Ἵδαν καὶ Θήραγρον, θυγατέρα δὲ Ἁρπαλύκην, πολύ τι τῶν ἡλίκων θηλειῶν κάλλει διαφέρουσαν. Ταύτης εἰς ἔρωτα ἐλθὼν χρόνον μέν τινα ἐκαρτέρει καὶ περιῆν τοῦ παθήματος· ὡς δὲ πολὺ μᾶλλον αὐτὸν ὑπέρρει τὸ νόσημα, τότε διὰ τῆς τροφοῦ μᾶλλον αὐτὸν ὑπέρρει κατεργασάμενος τὴν κόρην, λαθραίως αὐτῇ συνῆλθεν. Ἐπεὶ μέντοι γάμου καιρὸς ἦν καὶ παρῆν Ἀλάστωρ, εἷς τῶν Νηλειδῶν, ἀξόμενος αὐτὴν, ᾧ καθωμολόγητο, παραχρῆμα μὲν ἐνεχείρισε, πάνυ λαμπροὺς γάμους δαίσας· μεταγνοὺς δὲ οὐ πολὺ ὕστερον διὰ τὸ ἔκφρων εἶναι καταθεῖ τὸν Ἀλάστορα, καὶ περὶ μέσην ὁδὸν αὐτῶν ἤδη ὄντων, ἀφαιρεῖται τὴν κόρην, ἀγόμενός τε εἰς Ἅργος ἀναφανδὸν αὐτῇ ἐμίσγετο. Ἡ δὲ δεινὰ καὶ ἔκνομα πρὸς τοῦ πατρὸς ἀξιοῦσα πε πονθέναι, τὸν νεώτερον ἀδελφὸν κατακόπτει, καί τινος ἑορτῆς καὶ θυσίας παρ' Ἀργείοις τελουμένης, ἐν ᾗ δημοσίᾳ πάντες εὐωχοῦνται, τότε σκευάσασα τὰ κρέα τοῦ μοσίᾳ τοῦ παιδὸς παρατίθησι τῷ πατρί. Καὶ ταῦτα δράσασα αὐτὴ μὲν εὐξαμένη θεοῖς ἐξ ἀνθρώπων ἀπαλλαγῆναι, μεταβάλλει τὴν ὄψιν εἰς χαλκίδα ὄρνιν· Κλύμενος δὲ, ὡς ἔννοιαν ἔλαβε τῶν συμφορῶν, διαχρῆται ἑαυτόν.
Διογένη Λαέρ. (Α, β, 57.)

Πηγή για τα αποσπάσματα από το έργο του Διευχίδα {ΜΕΓΑΡΙΚΑ}:
http://cxwz.free.fr/biblio/bdd/1313

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Ναός του Αφέσιου Διός.


Ο Δίας με υψωμένο τον κεραυνό στο αριστερό του χέρι.
Πηγή Εικόνας: Βρετανικό Μουσείο, Ε 313.



(Παυσ. Α’ 44, 9) "Στην κορυφή του βουνού υπάρχει ναός του Αφεσίου Δία. Λένε πως όταν κάποτε η Ελλάδα υπέφερε από τρομερή ξηρασία, ο Αιακός θυσίασε στον Πανελλήνιο Δία, στην Αίγινα, όπως όριζε χρησμός. Τότε ο Δίας άφησε τη βροχή να πέσει και από τότε λέγεται Αφέσιος. Εκεί υπάρχουν, επίσης, αγάλματα της Αφροδίτης, του Απόλλωνα και του Πάνα".
Δυστυχώς, τούτη η αναφορά του, δεν έχει ακόμη οδηγήσει στην ακριβή θέση του αρχαίου ναού. Εάν βέβαια, θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι ο Παυσανίας περιγράφει την αρχαία οδό προς την Κόρινθο. Δηλαδή, την Σκιρωνίδα οδό. Τότε ο ναός μπορούμε να δεχτούμε πως θα πρέπει να βρισκόταν στη κορυφή του σημερινού βουνού Καβελλάρη. Διότι ο Παυσανίας αναφέρει σαφέστατα πως στη κορυφή του βουνού και όχι σε κάποια πλαγία (1).
Μάλιστα, αφήνει έτσι να εννοηθεί πως εκεί υπήρξε οργανωμένος μνημειακός ναός του Αφέσιου Δία με αγάλματα και άλλων θεοτήτων. Λογικά όμως, ο ναός που αναφέρεται από τον Παυσανία, θα πρέπει να περίκλειε έναν πανάρχαιο βωμό προς τον Δία και όπου κατά την παράδοση υπήρχε σε όλα τα ψηλά βουνά της Ελλάδας και της Ιωνίας. Καθώς αυτή η παράδοση καταγράφεται από τον Μάξιμο τον Σοφιστή (2) πως δηλαδή, οι πρώτοι άνθρωποι έφτιαξαν αγάλματα του Διός στον Όλυμπο και την Ίδη και σε όλα τα ψηλά βουνά που πλησιάζουν τον ουρανό. (Μάξιμος Σοφιστής, Διαλέξεις, 2, 2, 1): ‘’επεφήμισαν δε και Διί αγάλματα οι πρώτοι άνθρωποι κορυφάς ορών, Όλυμπον και Ίδην και εί τι άλλο όρος πλησιάζει τω ουρανώ’’.
Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο Παυσανίας με την περιήγησή του, και σε όλο το κείμενο για τα αρχαία Μέγαρα (μπορείτε να το διαβάσατε εδώ: http://tamegara.blogspot.gr/2012/10/39-41.html ), όπου καταγράφει τα ιερά, τους ναούς κ.α. στην πόλη – κράτος. Δεν κάνει καμία αναφορά προς τον Δία, με την ονομασία ‘’ΖΕΥΣ’’ και που η αυτή ονομασία παραπέμπει σε Ασιατική θεότητα.  Γίνεται λοιπόν φανερό πως οι αρχαίοι Μεγαρείς τιμούσαν/λάτρευαν τον έλληνα ύψιστο θεό καθώς ο Δίας ήταν πρωτίστως ο θεός του ουρανού και των καιρικών φαινομένων.  
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Nilsson και τον Burkert,  το όνομα του ‘’Διός’’ είναι το μοναδικό ελληνικό όνομα ολυμπίου θεού, που έχει ξεκάθαρη ετυμολογία και προέρχεται από την ελληνική λέξη ‘’εὐδία’’, που σημαίνει καλός καιρός. Έτσι ο Δίας χαρακτηριζόταν για τους πρώτους  έλληνες ως ο θεός του ουρανού και των καιρικών φαινομένων. 
Η υπόσταση αυτή του Διός αναγνωρίζεται εύκολα στην πανελλήνια αγγειογραφία του 6ου και του 5ου αι. π. Χ., ιδιαίτερα δε στην Αττική περιοχή όπου ο Δίας ως Ύψιστος ή Ουράνιος κρατάει κεραυνό στραμμένο προς τα πάνω. Ενώ ως Χθόνιος κρατάει κεραυνό στραμμένο προς τα κάτω.
Παρά την ελληνική ιδιότητά του αυτή,  εξελίχθηκε με την πάροδο των αιώνων σε έναν πολύμορφο θεό, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από τα επίθετα που τον χαρακτηρίζουν και του προσέδιδαν με τον καιρό διάφορες άλλες ιδιότητες. Έτσι τον συναντούμε ως νεφεληγερέτη, κελαινεφή, υψιβρεμέτη, υέτιο, κρονίδη, καταιβάτη, ελευθέριο και ταυτόχρονα ως θεό της δικαιοσύνης, επόπτη των όρκων, προστάτη της πόλης, του σπιτιού και της φιλοξενίας. Ώς  Έρκειος  (ή Ερκείος), που προστάτευε την οικία, στην οποία τιμόταν σε βωμό που υπήρχε στην αυλή, ενώ ως Μειλίχιος και είχε χθόνιες ιδιότητες, που σχετίζονταν με το κάτω κόσμο και πολλές αλλές. Συμπερασματικά λοιπόν αποτελεί τον ισχυρότερο θεό του ελληνικού πανθέου και θεωρείται πατέρας των θεών και των ανθρώπων. 
Από την αναφορά πάλι του Παυσανία, για το ναό του Αφεσίου Δία και τον Αιακό, συμπεράνουμε εύκολα πως η παράδοση που επικρατούσε στα Μέγαρα για την ύπαρξη του ναού. Σχετίζεται άμεσα με τον βασιλιά των Μεγάρων Αίαντα, περίπου 13ο με 12ο αιώνα π.Χ. και συμπίπτει με την Μυκηναϊκή εποχή που λέγεται ότι έζησε ο Αίαντας.  

Σημειώσεις:

(1)  Στα τέλη του 19ου αιώνα έγινε κάποια αρχαιολογική έρευνα στη θέση Μάρμαρα (πλαγιά του βουνού Καβελλάρη, 300μ. υψόμετρο) και τότε ειπώθηκε πως ήρθε στο φως ο ναός του Αφεσίου Διός. Όμως, η ανασκαφή εκείνη είχε αποκαλύψει συγκρότημα δωματίων με εσωτερικές αυλές και αίθουσες για συνεστιάσεις. Ενώ στα ανατολικά του συγκροτήματος βρέθηκε πρόστυλος δωρικός ναΐσκος και σε μικρή απόσταση πιθανολογήθηκε, πως υπήρξε χτιστός βωμός. Η ομοιότητα βέβαια, των χώρων αυτών με τους αντίστοιχους του ασκληπιείου της Τροιζήνας οδήγησε αργότερα στην ιδέα ότι πρόκειται για ασκληπιείο. Έτσι είναι πολύ πιθανόν ο ναός του Αφέσιου Δία να μην έχει ακόμα αποκαλύψει τη θέση (κορυφή) που βρισκόταν.

(2) ‘’πρώτος ίδρυσε ο Πελασγός βωμό του Λυκαίου Διός στην
Αρκαδία,  δεύτερος ο Δευκαλίων ο Θεσσαλός βωμό του Ολυμπίου Διός στο Δίον της
Μακεδονίας και τρίτος ιδρύθηκε ο βωμός του Δωδωναίου Διός στη χώρα των Πελασγών.
Βλ.: σελ.34, υπ.97. Βουτυράς 2006, 335’’.




Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Ο τύραννος Θεαγένης





Το υδραγωγείο, που εντοπίστηκε στη σημερινή τοποθεσία Ορκός (αρχαία εποχή Ρους). Αποτελείται από υδρομαστευτικές σήραγγες που συνέλεγαν και μετέφεραν το νερό στην πόλη, με τη βοήθεια της φυσικής κλίσης. Κάθετα φρέατα υπάρχουν κατανεμημένα στην επιφάνεια του εδάφους που χρησίμευσαν αρχικά στον προσανατολισμό, αερισμό και απομάκρυνση των επιχώσεων κατά τη διάνοιξη των υπόγειων σηράγγων και στη συνέχεια στη συντήρηση και τον εξαερισμό του υδραγωγείου. Το νερό από το υδραγωγείο οδηγούνταν με λιθόκτιστο αγωγό στην κεντρική κρήνη της πόλης που κτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. και είναι γνωστή ως Κρήνη του Θεαγένους.



Η κρήνη που αντικατέστησε πιθανόν, μια παλαιότερη που φτιάχθηκε επί της τυραννίας του Θεαγένη.



Η εξουσία των Αισυμνητών, που κυβερνούσαν το κράτος των Μεγάρων από τα τέλη περίπου του 9ου αιώνα π.Χ., σιγά-σιγά μετέτρεψαν το πολίτευμα σε ολιγαρχικό, αριστοκρατικό. Δηλαδή, στο πολιτικό καθεστώς εκείνο που μεγάλο μέρος του λαού ζούσε σε απόλυτη ένδεια. Επίσης οι τακτικοί ανταγωνισμοί των ευγενικών γενών καθώς και η αυταρχική εξουσία τους απέναντι στον Μεγαρικό λαό, οδήγησαν στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. στην κατάλυση της αριστοκρατίας του γένους και ιδιαίτερα του πλούτου.  Αιτία φυσικά ήταν ο αποκλεισμός του απλού λαού από το σύνολο των αποφάσεων που τον αφορούσαν άμεσα και η επιβολή πολλών άδικων και καταπιεστικών ‘’άγραφων’’ αβάσταχτων νόμων πάνω του, τους οποίους ερμήνευε κατά το δοκούν η αριστοκρατία. Έτσι, έφερε τον λαό σε ρήξη με το ισχύον καθεστώς, του οποίου επιζήτησε με αναταραχές και βίαιες εξεγέρσεις τη θεμελιακή αλλαγή.
Ο Θεαγένης πιθανόν να ήταν από αριστοκρατικό γένος, είτε να κατείχε αξίωμα στο προηγούμενο, των Αισυμνητών καθεστώς, και καταγόταν από την Μεγαρική πολίχνη Νισαία.  
Όταν κατά το 640 π.Χ. ο λαός ξεσηκώθηκε και έσφαξε τα ζώα των ευγενών και τους εκδίωξε από την εξουσία της πόλις - κράτους, φαίνεται πως ο Θεαγένης εκμεταλλεύτηκε τη λαϊκή δυσαρέσκεια που πραγματοποίησε αυτήν την βίαιη ανατροπή και ‘’εγκαταστάθηκε’’ ηγεμόνας των Μεγάρων.
Ο Θεαγένης βέβαια κατέλαβε την εξουσία με ένα πονηρό επινόημα. Όπου κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης του δήμου υποστήριξε ότι η ζωή του διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο από τους ευγενείς. Ώστε με αυτό το επιχείρημα απέσπασε από την Εκκλησία του Δήμου την άδεια να συγκροτήσει το προσωπικό του ένοπλο σώμα, το οποίο αποτελείτο από αρκετούς ελαφρά οπλισμένους άνδρες. Και με τούτη την ένοπλη δύναμη, ο Θεαγένης κατόρθωσε το 635 π.Χ. να γίνει κύριος της πόλης –κράτους και ενός λαοκρατικού πολιτεύματος. 
Η διαπάλη όμως των λαοκρατών οδήγησε αρκετές φορές στον κίνδυνο της κατάλυσης του αυτού ‘’Δημοκρατικού’’ πολιτεύματος, ώστε πολύ γρήγορα επέφερε τη μετατροπή του σε τυραννία. Έτσι, η αντικατάστασή της αριστοκρατίας από την λαοκρατία εξελίχθηκε σε τυραννία. Όπου γύρω στα 620 π.Χ. οι Μεγαρείς επανέφεραν την ολιγαρχία με τους ευγενείς για μία δεκαετία. Μα γύρω στο 610 π.Χ. έγινε άλλο ένα, βιαιότερο κίνηματου του λαού κατά των αριστοκρατών. Σύμφωνα με την ελεγεία του Μεγαρέα ποιητή και ευγενή Θέογνι, ο οποίος κατέφυγε κυνηγημένος στη Θήβα. Κατά τη δεύτερη αυτή επικράτηση της τυραννίας, οι αριστοκρατικοί υπέστηκαν μεγάλη πανωλεθρία. Και επανέρχεται πάλι στην εξουσία ο Θεαγένης όπου το 580 π.Χ. μετά από ισχυρή σύγκρουση με τους ευγενείς, η παράταξη του ηττήθηκε και ο ίδιος σκοτώθηκε. 
Ο Θεαγένης υπήρξε ο πιο μακροβιότερος ‘’άρχοντας’’ των Μεγάρων, με δύο θητείες τυραννίας που διήρκησαν συνολικά σαράντα πέντε χρόνια.
Οι τύραννοι όμως σε αρκετές περιπτώσεις ήταν έξοχοι ηγεμόνες, άλλωστε αυτοί ήταν που για πρώτη φορά επεδίωξαν την ισότητα πλούσιων - φτωχών και παράλληλα ανύψωσαν τον πολιτισμό. Για να παραμείνουν στην εξουσία κολάκευαν με διάφορες παροχές και έργα το λαό. Ένα από τα θαυμάσια έργα που αναφέρετε ότι έκανε ο τύραννος Θεαγένης στα Μέγαρα είναι η υδροδότηση. Έφερε το νερό από τη κώμη Ρους και την κρήνη των Συθνίδων με ένα θαυμαστό υδρευτικό υπόγειο σύστημα (υδραγωγείο), σε μεγαλοπρεπέστατη κρήνη που κατασκεύασε ανάμεσα στις δύο Ακροπόλεις. Οι τελευταίες όμως, αρχαιολογικές έρευνες έδειξαν πως η κρήνη που υπάρχει σήμερα και συγκαταλέγετε στα σπουδαία αρχαιολογικά εκθέματα της πόλης δεν είναι έργο της τυραννίας του Θεαγένη αλλά πιθανολογείτε, πως κτίστηκε ένα αιώνα αργότερα  επάνω στην κρήνη που είχε φτιάξει ο Μεγαρέας τύραννος.     



Πηγές:
Stewart Irvin Oost.’’The Megara of Theagenes and Theognis’’. University of Chicago Classical Philology 1973

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Ναός Αφροδίτης Πράξης


Στο σχεδιάγραμμα της αρχαίας πόλης των Μεγάρων, με κεραμιδί χρώμα στο τόξο, σημειώνετε ο  ναός της Αφροδίτης Πράξης 




Στο κέντρο σχεδόν της αρχαίας Αγοράς των Μεγάρων και επάνω στην Ευθεία οδό υπήρχε ο ναός της Αφροδίτης της επονομαζόμενης ‘’Πράξης’’ καθώς ο Παυσανίας αναφέρει.   

‘’Πιο πέρα από το ιερό του Διονύσου, υπάρχει ναός της Αφροδίτης. Το άγαλμα της είναι από ελεφαντόδοντο και επονομάζεται Πράξη. Είναι το πιο αρχαίο άγαλμα που υπάρχει στον ναό. Η Πειθώ και η άλλη θεά η λεγόμενη Παρήγορη είναι έργα του Πραξιτέλη. Του Σκόπα έργα είναι ο Έρωτας, ο Ίμερος και ο Πόθος, και τα έργα των θεών αυτών είναι τόσο διαφορετικά όσο τα ονόματα τους.’’ (Παυσ. Α’ 43, 6.)

Υπάρχουν πάρα πολλοί μύθοι/παραδώσεις/λατρείες όπου εμφανίζεται η πανώρια θεά στον αρχαίο κόσμο, έχοντας πάντοτε ως όπλα της τη σαγηνευτική ομορφιά και τον ακαταμάχητο ερωτικό πόθο. Όμως, μια ξεχωριστή λατρεία προς τιμή της Αφροδίτης, με την ονομασία ‘’Ιερή Πράξη’’ τελούταν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας (Αθήνα, Κόρινθο κ.α.) καθώς και στη Κύπρο.
Μας είναι άγνωστο εάν και στη πόλη των Μεγάρων, που ήταν ο ναός με το επονομαζόμενο άγαλμα ‘’Πράξη’’ της Αφροδίτης, υπήρξε αυτή η αρχέγονη και ιδιαίτερη λατρεία που παραπέμπε στη σπορά της γης. Τα αγάλματα βέβαια, που συνυπήρχαν με αυτό της Αφροδίτης Πράξης, μέσα στον ναό της στη πόλη των Μεγάρων  (της Πειθώ, της Παρήγορις, του Έρωτα, του Ίμερου και του Πόθου), μας παραπέμπουν σε ένα λατρευτικό ‘’ερωτικό’’ ιερό χώρο , δίχως όμως να μπορούμε να επιβεβαιώσουμε είτε να αρνηθούμε μια παρόμοια  λατρεία…
Στη Κύπρο γίνονταν μια τριήμερη εορτή, η Ιερή Πράξη, προς τιμή της θεάς Παφίας Αφροδίτης. Όπου κατά τη δεύτερη μέρα των ιεροτελεστιών τελούνταν η ιερή πορνεία (*).
Αυτή η τελετουργία περιείχε την αναπαράσταση της αρχικής δημιουργίας για την εξασφάλιση της ανανέωσης της ζωής όπως πιστευόταν από τους περισσότερους αρχαίους λαούς. Διότι πριν την έλευση του Χριστιανισμού η σπορά της γης παρομοιαζόταν με την ερωτική πράξη.

                          Η Αφροδίτη με τον Έρωτα και τον Ίμερο, σαν φτερωτούς μικρούς θεούς να την στεφανώνουν 



Μάλιστα, ένα απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη δείχνει ότι η ερωτική ενέργεια της Αφροδίτης είναι αναγκαία για να ευοδωθεί η γονιμότητα της Φύσης ολόκληρης:

‘’Δε βλέπεις τι λογής θεά είναι η Aφροδίτη;
Ούτε να πεις μπορείς ούτε και να μετρήσεις
πόσο είναι μεγάλη κι ως πού φτάνει.
Εκείνη τρέφει εσέ κι εμέ και τους θνητούς τους πάντες.
Δεν θα το μάθεις μόνο με τα λόγια,
μ’ έργα τη δύναμη της θα σου δείξω·
Λαχταρά η Γη τη βροχή όταν ξερό τον τόπο έχει,
άκαρπη απ’ τη στέγνα του νερού και στερημένη.
Και λαχταρά ο σεβάσμιος Ουρανός, βροχή
γεμάτος, στη Γη να πέσει, χάρη στην Αφροδίτη.
Κι όταν οι δυο τους σ’ ένα ενωθούν,
όλα μας τα παράγουν κι όλα τα γεννούν,
απ’ όπου των θνητών το γένος ζει και θάλλει.’’

Και στην αρχαία Κόρινθος παρουσιάζετε άλλη μια ιδιομορφία ως προς τις ελεύθερες ηθικές αρχές και την λατρεία περί της ‘’Ιερής Πράξης’’ . Η ανάπτυξη της ιερής πράξης  γινόταν γύρω από το ιερό της Αφροδίτης θεωρούταν δε πράξη ιερή και διαφυλασσόταν από τους Νόμους της πόλις – κράτους. Εκεί υποχρέωναν ανεξαιρέτως όλα τα κορίτσια πριν από το γάμο τους να χάσουν την ‘’τιμή’’ τους με έναν συνήθως άγνωστο, ο οποίος πλήρωνε γι’ αυτό. Η ‘’πληρωμή’’ αφιερωνόταν στο ιερό της Κορίνθου.
Ενώ στην Αθήνα από τον 6ο π.Χ. αιώνα, με την νομιμοποίηση από τον Σόλωνα της πορνείας, οι εταίρες και οι ιερόδουλες είχαν προστάτη τη θεά Αφροδίτη και λάμβαναν μέρος με διάφορες χορηγίες αφιερώσεις στις λατρευτικές εορτές της θεάς.


Σημείωση:
(*)Οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος στο μυστήριο της Παφίας Αφροδίτης έπρεπε να παραμείνουν άγρυπνες μέχρι την αυγή, και η αγρυπνία τους συνοδευόταν από μουσική και αναθυμιάσεις που τις διέγειραν ώστε να γίνει τέλεια η ιερή πράξη. Το πρωί της δεύτερης μέρας οι γυναίκες, φορώντας στεφάνι, κάθονταν στο ναό και περίμεναν τη στιγμή της επιλογής. Ήταν αναγκασμένες να περιμένουν, μέχρι που κάποιος άντρας θα έριχνε ένα νόμισμα στα γόνατά τους, λέγοντας: Επικαλούμαι για σένα τη θεά Μύλιττα. Το νόμισμα αφιερωνόταν στην Αφροδίτη. Ακολουθούσε η ερωτική πράξη, έξω από το ναό, ίσως στο ιερό άλσος. Οι πιστοί της Παφίας Αφροδίτης έπρεπε να μετάσχουν στην ιερή πορνεία τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους. Μετά, μπορούσαν να εκτελούν τη θρησκευτική αυτή υποχρέωση με συμβολικούς τρόπους. Η τελετή της ιερής πορνείας τέλειωνε με τελετουργικό μπάνιο στη θάλασσα, με τη συμμετοχή της αρχιέρειας, των ιερειών και όλων των γυναικών που έπαιρναν μέρος στις τελετές.

  
Πηγές:
Παυσ. Α’ 43, 6.
Farnell L., The Cults of the Greek States, Vol. II (New Rochelle, 1977)
Harrison J., Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος, (Αθήνα, 1995-97).
Αλκίφρονας. Επιστολές από τις αρχαίες εταίρες, εκδόσεις Περίπλους.
Χαρίτα Μήνη. Στα Ίχνη της Αφροδίτης: Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία και Γλώσσα. Εκδόσεις Ελευσίς.
Απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο 13 του Αθήναιου. Μετάφραση: Χ. Μήνη.
Σωκράτης Σκαρτσής. Aρχαία Ελληνική Ερωτική Ποίηση. Εκδόσεις, Kαστανιώτη. Aθήνα 1994
Ελληνική μυθολογία.
Ομηρικά έπη.
Ορφικοί ύμνοι.