Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανικά μνημεία.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανικά μνημεία.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


το βιβλίο που μας έδωσε τις πληροφορίες




Η Μεγαρική οικονομία ήταν καθαρά γεωργική τουλάχιστον κατά τους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και τα Μέγαρα βρίσκονταν πολύ κοντά στη θάλασσα, ο φόβος των κάθε λογής πειρατικών επιδρομών περιόρισε τους Μεγαρείς στα στενά όρια της πόλης τους και στους δύο λόφους και τους αποθάρρυνε από την ενασχόλησή τους με την αλιεία ή το εμπόριο. Τα Μέγαρα αποτελούσαν εκείνη την εποχή μια μικρή ελληνόφωνη πολιτεία, μια νησίδα, γύρω από την οποία οι άλλες περιοχές μιλούσαν αρβανίτικα.  Επιπλέον  οι Μεγαρείς, που ήταν συντηρητικότατοι, ήταν οικονομικά αυτάρκεις με όσα οι ίδιοι παρήγαγαν και πολύ πιστοί στην Ορθοδοξία. 
Για τούτο και η θέση της χριστιανικής θρησκείας στο βίο των ανθρώπων υπήρξε σημαντική. Σε περιόδους ιδιαίτερης δυσκολίας, όπως ήταν η Οθωμανική εποχή, γινόταν δε ακόμα σημαντικότερη. Ο άνθρωπος αναζητούσε παρηγοριά και καταφύγιο στην ιεροσύνη ή το μοναχικό βίο. Για την είσοδό του όμως στο ιερατικό αξίωμα ήταν αναγκαίες οι αποδείξεις της αξιοσύνης του. Έτσι  ο κατά κόσμον Δημήτριος με τη συγκατάθεση του πνευματικού του πατέρα Δαμασκηνού εισέρχεται στην ιεροσύνη στις 13.08.1790.
Επίσης σε κάθε εποχή είναι συχνές οι αφιερώσεις ή οι δωρεές προς τα μοναστήρια της περιοχής των Μεγάρων συνήθως για τη σωτηρία της ψυχής των δωρητών. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του γερό Μιχάλη Γαλάνη που στις 7.10.1765 δώρισε στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου,’’ Κυπαρίσσι’’, ‘για τη σωτηρία της ψυχής του και την άφεση των αμαρτιών του’, δύο χωράφια, το ένα, τέσσερα στρέμματα, με δέντρα άγρια και ήμερα βρισκόμενο στη θέση Τούτουλη και το άλλο, επτά στρέμματα, επίσης με άγρια και ήμερα δέντρα βρισκόμενο  στη θέση Καμάρα. Στις 8.03.1741 οι προεστοί, μικροί και μεγάλοι, των Μεγάρων (‘προεστη μηκρι κ(αι) μεγάλλι του χώριου Μεγάρα’) δώρισαν στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου μερικά χωράφια. Επίσης στις 13.01.1810 ο Γιάννης της κυρά Νένας αφιέρωσε το χωράφι που είχε στην Πήκα στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου και στις 16.03.1792 ο Γιαννάκης Κούνος αφιέρωσε ένα μέρος του αμπελιού του στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου. Για τη σωτηρία της ψυχής τους, όπως αναφέρουν, οι Μπεναρδήδες, οι Δημογλήδες, οι Νικοληζηάδες, οι Πηλήληδες και ο Αναστάσης Βόρδος αφιερώνουν στην ίδια Μονή έξη ελαιόδεντρα.  Μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της Μαρίνας Κλήνη που στις 25.06. 1799 αφιερώνει στην ίδια Μονή ένα σπίτι, μυγδαλιές, αχλαδιές και επτά δέντρα με το ανάλογο χωράφι καθώς και οικιακά σκεύη. Η δωρήτρια στο τέλος του εγγράφου καταριέται όποιον προσπαθήσει να καταπατήσει τα παραπάνω ακίνητα και δεν σεβαστεί την επιθυμίας της. Στις 26.04.1736 ο Γιάννης Μπόρας, επειδή είναι τυφλός και ανίκανος να αυτοσυντηρηθεί, αφιερώνει, ΄προσηλώνει΄, στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Μακρινού όλα του τα υπάρχοντα, ζώα, εργαλεία, χωράφια, ελαιόδεντρα, αχλαδιές, πεύκα, σπίτι και αλώνι, με τον όρο να τον συντηρούν, όσο είναι εν ζωή, και να τον μνημονεύουν, όταν πεθάνει. Μια άλλη περίπτωση αφιέρωσης στο Μοναστήρι του Προδρόμου, Αγίου Ιωάννου Μακρινού, είναι αυτή του Γιώργου που στις 21.02.1752 αφιερώνει στο εν λόγω Μοναστήρι όλη του την περιουσία, κινητή και ακίνητη, γιατί επέλεξε τη μονή αυτή για τόπο της μετάνοιάς του και έγινε καλόγερος. Δηλώνει δε ότι, αν πεθάνει,  υπόχρεος να εξοφλήσει το χρέος του, τέσσερα ριάλια, προς τον μπακάλη είναι ο ηγούμενος του μοναστηρίου. Μια ακόμα περίπτωση αφιέρωσης περιουσίας στο ίδιο Μοναστήρι είναι αυτή του Αναστάση Πούρα που γίνεται μοναχός και στις 29.04.1809 αφιερώνει τα 128 γίδια του με την προϋπόθεση να εξοφλήσει πρώτα τα χρέη του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δωρεές προς τους ιερείς, όπως αυτή του Μιχάλη Πανταζή προς τον παπά Δημήτρη Μαρκάκη. Ο δωρητής δωρίζει στον εν λόγω ιερέα ενάμιση στρέμμα χωράφι και ένα νέο ελαιόδεντρο (αργουλαίο) για να τον μνημονεύει ‘ανιφέρνι’ από την ημέρα του συμβολαίου και εξής. Επίσης στις 7.01.1792 ο Σταμάτης Τώσκουρης δωρίζει στον παπά Δημήτρη, κατά κόσμον Γιάννη Αυγερινό, δύο ελαιόδεντρα, το ένα για να τους μνημονεύει (προφανώς τον ίδιο και τη γυναίκα του) και το άλλο για να ένα σαρανταλείτουργο.
Παρ’ όλες τις δωρεές οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι μοναχοί της Μονής του Αγίου Ιεροθέου τους ανάγκασαν στις 15.04.1801 να συνάψουν δάνειο 50 ριαλίων διάρκειας 6 μηνών από τον Αναγνώστη Καλοζούμη. 

Πηγή:

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΡΚΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ


Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΜΕΓΑΡΑ





Κατάλοιπο της παλαιοχριστιανικής πεντάκλιτης βασιλικής των Μεγάρων. Μέρος ημικυκλικής αψίδας. Ι. Ναός Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων. Μέγαρα.

Κίονας στο εσωτερικό του τάφου των Αγ. έξι Μαρτύρων. Ι. Ναός Αγίων Έξι Μαρτύρων. Μέγαρα.

Δύο αμφικιονίσκοι παραθύρου με τα αντίστοιχα επιμήκη επιθήματά τους (5ος αιώνας μ.Χ.), χωρίζουν τα δίλοβα παράθυρα στην αψίδα και στο βορινό τοίχος του Ι. Ναού των Αγίων Έξι Μαρτύρων. Μέγαρα. 





Η είσοδος του κιβωτιόσχημου τάφου εντός του Ι. Ναού των Αγίων Έξι Μαρτύρων. Μέγαρα.

Μέρος κίονα με ιωνικό κιονόκρανο (γ' τέταρτο 5ου αιω.) ώς βάση της αγίας Τράπεζας. Ι. Ναός Αγίων έξι Μαρτύρων. Μέγαρα.







Μας είναι άγνωστο (μέχρι σήμερα), πότε χρονικά διαδόθηκε ο χριστιανισμός στη Μεγαρίδα. Τα ιστορικά εκκλησιαστικά αρχεία όμως, αρχίζουν τις αναφορές για την επίσημη Επισκοπή Μεγάρων από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου  (324 μ.Χ).
Οι τέσσερεις περίλαμπρες και μεγάλες Βασιλικές παλαιοχριστιανικές Εκκλησίες που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, κατά τις διάφορες οικοδομικές εργασίες στη πόλη των Μεγάρων, μαρτυρούν πως η χριστιανική κοινότητα στη Μεγαρίδα ήταν ακμάζουσα ήδη τον 4ον μ.Χ. αιώνα.
Οι αρχαιότερες Εκκλησίες που εντόπισε η αρχαιολογική ανασκαφή στη πόλη των Μεγάρων είναι:
1.) Υπό τις αρχαιολογικές ανασκαφικές επιβλέψεις, του αρχαιολόγου Π. Ζορίδη, βρέθηκε η παλαιοχριστιανική Βασιλική (κτίριο και Ιερό) πάρα πολύ μεγάλων διαστάσεων του 5ου αιώνα, στη σημερινή οδός των Αγ. Τεσσάρων Μαρτύρων, στο σημείο εκείνο όπου είχαν βρεθεί ο τάφος και τα λείψανα των Αγ. Μαρτύρων το 1754 μ.Χ.
2.) Όταν χτιζόταν το πρώτο γυμνάσιο Μεγάρων (αρχές του 1926), βρέθηκε άλλη παλαιοχριστιανική, πάλι ρυθμού Βασιλικής νότια του περιβόλου και που ο αρχαιολόγος Ι. Θρεψιάδης την τοποθέτησε στο β’ μισό του 4ου αιώνα.
3.) Στο πρόναο του Καθεδρικού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μεγάρων, βρέθηκε Βασιλική του 4ου - 5ου αιώνα και τα δομικά της στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση του νέου Ναού των Αγίων Έξι Μαρτύρων κατά τα τέλη του 1800.
4.)Ενώ μια άλλη περίλαμπρη παλαιοχριστιανική Βασιλική του 5ου αιώνα, βρέθηκε στην αρχή της οδού Σιφνιδών. Η Περιοχή παλαιότερα δε, ονομαζόταν ‘’Παλαιοπαναγιά’’.  
Και στα ιστορικά παλαιοχριστιανικά εκκλησιαστικά αρχεία, υπάρχουν αναφορές για την Επισκοπή Μεγαρέων με τους άξιους και δραστήριους Επισκόπους που το ποιμενικό τους έργο είναι πραγματικά αξιομνημόνευτο.
1.) Το 342 μ.Χ., στη Σύνοδο της Σαρδικής ο Επίσκοπος Μεγαρέων εμφανίζεται για πρώτη φορά με την υπογραφή του στα πρακτικά της Συνόδου.
2.) Το 431 μ.Χ., στη Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, ο Επίσκοπος Μεγαρέων Νικίας, βρίσκεται στην Έφεσο και συμμετέχει στην αυτή Σύνοδο. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Συμμετείχαν 200 επίσκοποι (87ος υπογράφει τα πρακτικά ο Επίσκοπος Μεγάρων Νικίας), ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ως προεδρεύων. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Παρόλο αυτά η σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο ‘’Θεοτόκος’’.
3.) Το 451 μ.Χ.,  στη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, πάλι ο Επίσκοπος Μεγάρων Νικίας, υπό την Μητρόπολη Κορίνθου συμμετάσχει.  Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του, Αυγούστα Πουλχερία το 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους (214ος  υπογράφει ο Επίσκοπος Μεγαρέων Νικίας), όπου καταπολέμησε τη διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού, η οποία, με πρωτεργάτη τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, δίδασκε ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη. Το μεγαλύτερο μέρος των πιστών υιοθέτησε τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και αποδοκίμασε τις απόψεις του Μονοφυσιτισμού. Ένα άλλο μέρος πιστών, οι οπαδοί του Μονοφυσιτισμού , δεν αναγνώρισαν αυτές τις αποφάσεις και αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
4.) Το 458 μ.Χ. οι Επίσκοποι που έλαβαν μέρος στη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο στέλνουν επιστολή επικύρωσης στον αυτοκράτορα Λέοντα Α’, υπέρ του κύρους της απόφασης της Συνόδου. Ο Επίσκοπος Μεγαρέων Νικίας υπογράφει στη 73η θέση.
5.) Το 535 μ.Χ. η Επισκοπή Μεγαρέων υπάγεται πλέον στη 12η θέση της Μητροπόλεως των Αθηνών. Καθώς έτσι αναφέρεται στο ‘’Συνέκδημο’’ του Ιεροκλή του Βυζαντινού, που ήταν γεωγράφος και ιστορικός.
6.) Το 553 μ.Χ. στη Ε’ Οικουμενική Σύνοδο συμμετέχει ο Επίσκοπος Μεγαρέων Διονύσιος.  Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε χώρα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 165 επισκόπων, (64ος υπογράφει τα πρακτικά, ο Επίσκοπος Μεγαρέων Διονύσιος), υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου. Την συγκάλεσαν ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του, Αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επαναβεβαίωσε τα ορθόδοξα δόγματα περί της Αγίας Τριάδας και του Ιησού Χριστού και καταδίκασε πλήθος μη ορθοδόξων συγγραμμάτων καθώς και ορισμένους συγγραφείς (Ευάγριο, Δίδυμο, Ωριγένη κ.α.).
7.) 733 μ.Χ. στους επισκοπικούς καταλόγους, ο Επίσκοπος Μεγαρέων παραμένει υπό την Μητρόπολη Αθηνών.  
Οι δύο παλαιοχριστιανικοί Ι. Ναοί-Μαρτύρια  της πόλης των Μεγάρων.
Στη θέση των τάφων είτε του τόπου που συνδεόταν με τη ζωή ή το μαρτυρικό θάνατο κάποιου Αγίου προσώπου, κτίζονταν περικαλλείς Ναοί από τον παλαιοχριστιανικό κόσμο. Τα Ιερά μνημεία αυτά, ονομαζόντουσαν μαρτύρια και γινόντουσαν γρήγορα πόλος έλξης πλήθους πιστών. Τέτοια μαρτύρια εκτός αυτών που συνδέονται με την επίγεια ζωή του Θεανθρώπου στο Ισραήλ, είναι του Αγίου Συμεών του Στυλίτη και του Αγίου Σεργίου στη Συρία, της Ι. Μονής του Σινά, του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη και της Αγίας Θέκλας στη Σελεύκεια. Τα Μέγαρα ακολουθώντας τη τάση της παλαιοχριστιανικής περιόδου λάτρεψαν τους τοπικούς Μάρτυρες και τους τίμησαν με ιδιαίτερα εντυπωσιακούς Ι. Ναούς από τα τέλη του 4ο αιώνα μ.Χ..
Στη πόλη των Μεγάρων έχουν επισημανθεί δύο σημαντικοί παλαιοχριστιανική χώροι, οι οποίοι με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα των εναπομεινάντων καταλοίπων μπορούν να αναχθούν στην σημαντικότερη περίοδο της ιδιαίτερης ακμής της χριστιανικής τέχνης στον ελλαδικό χώρο κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο. Ανακαλύφθηκαν στα Μέγαρα δύο ναοί-μαρτύρια όπου σε αυτά εναπόκειντο λείψανα των εννέα εκ των δέκα μαρτύρων, μια και το μαρτύριο του δέκατου μάρτυρα, του Αγίου Σαράντη, βρισκόταν εκτός της πόλης.  
Ο ένας Ναός- Μαρτύριο βρισκόταν στη θέση που σήμερα υψώνεται ο σύγχρονος τρουλαίος Ναός των Αγίων έξι Μαρτύρων και που εντοπίστηκαν να περικλείει δύο τάφους με τα Ιερά λείψανα των Άγιων πέντε Μαρτύρων. Ο πρώτος τάφος βρίσκεται μέσα στο σημερινό Ναό, στη βορειοδυτική γωνία, και είναι προσιτός με στενή κλίμακα. Έχει μήκος 1,10, πλάτος 0,65 και ύψος επάνω από την επίχωση 1 μ. Πρόκειται για κιβωτιόσχημο σκαμμένο κατασκεύασμα, στο κατώτερο γεμάτο επίχωση σήμερα, τμήμα του στο μαλακό βράχο. Το ανώτερο τμήμα του είναι κτισμένο με αργολιθοδομή και αρκετά βήσσαλα σε ύψος 1μ. περίπου. Στη νότια πλευρά ανοίγεται μικρό τετράπλευρο άνοιγμα. Εντός αυτού του τάφου βρέθηκαν τα λείψανα των Αγίων Βασιλείου και Δημητρίου. Ο δεύτερος τάφος εντός του οποίου βρέθηκαν τα λείψανα των υπολοίπων τριών Μαρτύρων, Σεραφείμ, Ιακώβου και Δωροθέου (το σημαντικότερο λείψανο απ’ τους τρεις νεοφανείς Μάρτυρες, τούτου του τάφου, ήταν η κάρα του Άγιου Μάρτυρα Ιακώβου που φυλάσσεται σήμερα στο Μητροπολιτικό Ναό των Μεγάρων), βρίσκεται έξω από το σύγχρονο Ι. Ναό των Αγίων Έξι, παρά τη νοτιοδυτική γωνιά, και επάνω του έχει κτιστεί μικρό προσκυνητάρι. Και ο δεύτερος αυτός τάφος είναι προσβάσιμος με κλίμακα κι είναι περισσότερο ευρύχωρος απ’ τον πρώτον 2,35 Χ 0,90 μ., και έχει ύψος 1,75 μ..Είναι δε κτισμένος ολόκληρος με αργολιθοδομή και άφθονο ασβεστοκονίαμα με πολλά βήσσαλα. Είχε πριν από τη τελευταία ‘’αυθαίρετη διαμόρφωση, τετράπλευρο άνοιγμα με εντόνως επικλινές προς το εσωτερικό κατώφλι.
Τα σημαντικά αυτά ευρήματα (μαζί με σωρία άλλων στη περιοχή των σύγχρονων Εκκλησιών: των Αγίων Τεσσάρων και Αγίων Έξι Μαρτύρων), οδηγούν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα για την ύπαρξη παλαιοχριστιανικού Ναού. Και μάλιστα μιας ιδιαίτερα μεγάλης πεντάκλιτης βασιλικής με διάφορα προσκτίσματα(*) η οποία κατελάμβανε μεγάλη έκταση, επάνω σε αρχαιότερα κτίσματα των παλαιών Μεγάρων, δυτικά από το νεόδμητο Ναό των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων…  


Σημείωση:
(*) Το τεράστιο αυτό προσκυνηματικό συγκρότημα, του Ναού- Μαρτυρίου και των προκτισμάτων του, ιδρύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου   αιων. μ.Χ. και ήταν σε πλήρη ολοκλήρωση, μέχρι το δεύτερο μισό του 5ου αιων.
Τα προσκτίσματα ήταν διάφοροι κοιτώνες, εστιατόρια και διάφοροι άλλοι εμπορικοί χώροι που εξυπηρετούσαν το μεγάλο πλήθος πιστών που έφθανε στη πόλη από μακρινά μέρη.      

Βιβλιογραφία:
F. Cabrol – H. Leclereg ‘’Megare’’ Βιέννη  1976.
Σ. Ευστρατιάδης. ‘’Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας’’. Αθήνα. 1995
Χρυσόστομος Α. Παπαδόπουλος. ‘’Οι νεομάρτυρες’’. Αθήναις 1970
Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας (ΧΑΕ). Τόμος ΚΓ΄ (2002)    
Παπαδόπουλος Χρυσόστομος, 'Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος', εν Αθήναις 1920.
Vasiliev Α.Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόμ. Α', Μπεργαδής, Αθήνα 1954.
"Οικουμενικαί Σύνοδοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), Τόμ. 09, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966.
Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου Αγνή, Η Βυζαντινή Ιστοριογραφία (324-1204)-Σύντομη Επισκόπηση, Αθήνα 1982.
Σαββίδης Αλέξης, Τα Χρόνια Σχηματοποίησης του Βυζαντίου, 284-518 μ.Χ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1983.
‘’ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΔΕΚΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ’’, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Αττικής, Μάϊος 1998.


Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΣΟΡΑ. (Η ΣΠΗΛΙΑ)


Στο πλάτωμα μιας κατακόρυφης χαράδρας, λες και είναι καρφιτσωμένο στο μπούστο του λόφου, στέκι επί αιώνες το                  
                                                ξωκλήσι του Άι Γιαννιού του Θεολόγου στη περιοχή Σόρα, των Μεγάρων. 

Κάποτε ήταν δυσπρόσιτο το πλάτωμα που είναι το εκκλησάκι και μόνο από κάποιο επικίνδυνο, κακοτράχαλο μονοπάτι   
                                                                              έφτανες στη χάρη του. 

Μέσα στο ξωκλήσι το σπηλαίωμα του βράχου ήταν καταστόλιστο από  αρχαία αγιογραφία, ενώ από τα ελάχιστα σωζόμενα μέρη (σπαράγματα) των χρωμάτων και της τεχνοτροπίας, συμπεραίνετε ότι έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρώτη αγιογράφηση της Ι. Μονής Οσίου Μελετίου του εν Κιθαιρώνα (12ου αιώνα).


Σήμερα έχουν απομείνει δύο "ασθενικά" κυπαρίσσια για να θυμίζουν ό,τι 
στη κοίτη του ξεροπόταμου, κάποτε μας καλωσόριζαν έξη αιωνόβια πανύψηλα κυπαρίσσια που περιτριγύριζαν το αρχαίο πηγάδι. Εκεί πίναμε υπέροχο νερό (που όμοιό του δεν έτυχε να ξαναπιώ πουθενά αλλού, σε όποια μέρη της γης κι αν βρέθηκα), ξεκουραζόμασταν και έπειτα ανεβαίναμε για το ξωκλήσι.    


Από το εσωτερικό του ξωκλησιού, η αρχαιολογία, έχει εκτοπίσει το μανουάλι, της εικόνες και τα καντήλια! Έτσι έχασε όλη την κατανυκτική του ευλάβεια, έγινε ένα απρόσωπο αρχαιολογικό κτίσμα, όπου κάποτε, εκεί οι πονεμένοι χριστιανοί αντλούσαν παρηγοριά, ελπίδα και δύναμη…     


Στην εσωτερική Ν.Α. πλευρά σώζονται καπνισμένες, τρεις ολόσωμες αγιογραφίες Αγίων του 16ου-17ου αιώνα.



Στο πλάτωμα μιας κατακόρυφης χαράδρας, λες και είναι καρφιτσωμένο στο μπούστο του λόφου, στέκι επί αιώνες το εξωκκλήσι του Άι Γιαννιού του Θεολόγου. Και καθώς βρίσκεται χωμένο στον ασβεστολιθικό βράχο γίνεται το κατανυκτικό καταφύγιο των ευλαβούντων χριστιανών.  
Κάποτε ήταν δυσπρόσιτο το εκκλησάκι και μόνο από κάποιο επικίνδυνο, κακοτράχαλο μονοπάτι έφθανες στη χάρη του. Αργότερα, οι πιστοί έσκαψαν τη πλαγιά της χαράδρας κι έφτιαξαν ένα πέτρινο φαρδύ μονοπάτι όπου να μπορούσαν τα ζώα να ανεβάζουν ανήμπορους ανθρώπους και υλικά, τότε, πιθανών να κλίστηκε και ο χώρος Β.Δ. που διαμόρφωσε ένα μεγάλο δωμάτιο. Αυτό θα πρέπει να έγινε τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής διότι το ημισπηλαιώδης εξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου αναφέρεται ότι είναι του 17ου αιώνα. Όμως, η θέση του και η πρώτη αγιογράφησή του (καθώς ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια από την αρχαιολογική υπηρεσία) παραπέμπουν σαφέστατα σε ασκηταριό του 11ου με 12ου αιώνα.
Υπάρχει ακόμα μέσα στο ξωκλήσι το σπηλαίωμα του βράχου που ήταν καταστόλιστο από την αρχαία αγιογραφία, ενώ από τα ελάχιστα σωζόμενα μέρη (σπαράγματα) των χρωμάτων και της τεχνοτροπίας, συμπεραίνετε ότι έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρώτη αγιογράφηση της Ι. Μονής Οσίου Μελετίου του εν Κιθαιρώνα (12ου αιώνα).
Με αυτά τα υπάρχοντα στοιχεία συνάγουμε το συμπέρασμα ότι το μικρό σπηλαιώδες πλάτωμα έγινε τόπος αγώνα και προσευχής για κάποιο χριστιανό αναχωρητή στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ..  
Η περιοχή που βρίσκεται το ξωκλήσι ήταν πευκόφυτη και δυστυχώς κάηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όπου έκτοτε η ανθρώπινη παρέμβαση άλλαξε ριζικά το τοπίο γύρω!
Θυμάμαι, πως για να πάμε να ανάψουμε τα καντήλια και να προσευχηθούμε μαζί με τους γονείς μας, πριν την πυρκαγιά. Αφήναμε το αυτοκίνητο μισή ώρα μακριά και συνεχίζαμε πεζή επάνω σένα υποτυπώδες καρόδρομο που τον σκίαζαν τεράστια πεύκα, πουρνάρια, θυμάρια και σκίνα, μέχρι να κατεβούμε τη μια μεριά του ποταμού. Στη κοίτη του ξεροπόταμου μας καλωσόριζαν έξη αιωνόβια πανύψηλα κυπαρίσσια που περιτριγύριζαν το αρχαίο πηγάδι. Εκεί πίναμε υπέροχο νερό (που όμοιό του δεν έτυχε να ξαναπιώ πουθενά αλλού, σε όποια μέρη της γης κι αν βρέθηκα), ξεκουραζόμασταν και έπειτα ανεβαίναμε για το ξωκλήσι.    
Σήμερα έχουν αλλάξει τα πάντα. Δρόμος ασφαλτοστρωμένος φτάνει μέχρι επάνω το πλάτωμα, από το εσωτερικό του ξωκλησιού, η αρχαιολογία, έχει εκτοπίσει το μανουάλι, της εικόνες και τα καντήλια! Και έτσι έχασε όλη την κατανυκτική του ευλάβεια, έγινε ένα απρόσωπο αρχαιολογικό κτίσμα, όπου κάποτε, εκεί οι πονεμένοι χριστιανοί αντλούσαν παρηγοριά, ελπίδα και δύναμη…