Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι προϊστορικοί και οι ιστορικοί χρόνοι της Μεγαρίδας χώρας.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι προϊστορικοί και οι ιστορικοί χρόνοι της Μεγαρίδας χώρας.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

ΛΥΚΟΣ




Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του πολιτισμού των Λυκομιδών είναι οι λαξευτοί τάφοι και χρονολογούνται τον 5ο αιώνα π.Χ. Αυτοί οι τάφοι λαξεύτηκαν πάνω σε έναν βράχο και αποτελούν ένα καταπληκτικό θέαμα.




ΛΥΚΟΣ(1) γενάρχης των Λυκομιδών και οικιστής της ΛΥΚΙΑΣ

Με την έλευση του Λύκου στην πρώην περιοχή "Τελμιλία", ονομάστηκε Λυκία  (2).
Ο Λύκος ήταν γιος του Πανδίονα του νεότερου και της – των Μεγαρέων πριγκίπισσας- Πυλίας, και αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς ώς ο γενάρχης του γένους των Λυκομιδών (Κατά τη Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου):  Ο Λύκος και οι αδελφοί του Αιγέας, Πάλλαντας και Νίσος (γνωστοί ως ‘’Πανδιονίδες’’) γεννήθηκαν στα Μέγαρα από τον εξόριστο εκεί Πανδίονα και την Πυλία. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους οι Πανδιονίδες επέστρεψαν στην Αττική και έδιωξαν τους Μητιονίδες από την εξουσία, την οποία χώρισαν στα 4. Ο Λύκος έγινε ο πρώτος ηγεμόνας της Διακρίας (η Διακρία ήταν κυρίως ορεινή περιοχή. Το μόνο επίπεδο μέρος της ήταν η πεδιάδα του Μαραθώνα. Βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Αττικής και κατά πάσα πιθανότητα, στην αρχαιότητα, με τον ίδιο όρο προσδιοριζόταν επίσης η γεωγραφική περιοχή κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Αττικής, μέχρι την Βραυρώνα και από αυτόν πήρε το όνομά του το Λύκειον όρος). Ο αδελφός του Αιγέας όμως (ο πατέρας του ήρωα Θησέα) τον έδιωξε, οπότε ο Λύκος κατέφυγε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Μεσσηνία. Καθώς εκεί ανανέωσε τα μυστήρια της Ανδανίας και αργότερα κατέφυγε στη Μικρά Ασία, κοντά στον Σαρπηδόνα(2 ), (όπου όταν ο Σαρπηδόνας σκοτώνετε από τον Πάτροκλο και μεταφέρεται στην Λυκία για την ταφή) ο Λύκος έγινε γενάρχης των Λυκομιδών και έδωσε το όνομά του στη Λυκία χώρα της Μικράς Ασίας.




(1) Η λέξη ΛΥΚΟΣ προέρχεται από το λήμμα λύκη που σημαίνει φως. Άρα λύκος είναι αυτός που φέρνει το φως είτε που αφυπνίζει.


(2)Αναφορά στη Λυκία γίνεται στην Ιλιάδα, όταν ο Πάτροκλος σκοτώνει τον εξέχοντα ήρωα της, τον Σαρπηδόνα. Εκεί επεμβαίνει ο Δίας (στίχοι Π 663-683) και δίνει εντολή στον Απόλλωνα για την ανάληψη του νεκρού Σαρπηδόνα από το πεδίο της μάχης και τη μεταφορά του στην πατρική Λυκία όπου θα πρέπει να τον έθαψε ο Λύκος.
Επίσης χαρακτηριστικό της Λυκίας είναι οι τάφοι, οι οποίοι είναι λαξευμένοι σε βράχους, διώροφοι με τριγωνική στέγη. Πολλοί έχουν ανάγλυφη διακόσμηση ενώ στο εσωτερικό τους έχουν μεγάλων διαστάσεων σαρκοφάγους με παραστάσεις από την καθημερινή ζωή και τη μυθολογία.





Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

ΠΥΡΓΟΣ ΚΥΝΟΣΟΥΡΑΣ (ΚΑΡΥΔΙ)




Ο ιστορικός μελετητής N.G.L Hammond, στην μελέτη/ εργασία του: ‘’ The main road from Beotia to the Peloponnese through the northern Megarid’’.  Γράφει με θαυμασμό για την φυσική και την ιστορική σημασία του πανάρχαιου δρόμου της ΒΑ Μεγαρίδος και είναι ο πρώτος που αναπτύσσει το όνομα ‘’Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ’’ για το συγκεκριμένο κομμάτι του δρόμου, Αιγόσθενα ( Όρος Πατέρας) – Παλαιόπυργος (Γεράνεια Όρη).




Για τους περισσότερους σήμερα, είναι άγνωστος ο πανάρχαιος δρόμος που έμελε να συμβάλει με τη παρουσία του σε πολλά μεγάλα ιστορικά γεγονότα της νότιας Ελλάδας, ώστε προσέφερε συνεχώς τις οδικές υπηρεσίες του απ’ τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 19 αιώνα μ.Χ.
Τούτος λοιπόν, θα τολμούσα να γράψω, καλός γνώστης της Ελληνικής ιστορίας, ασχολήθηκε μελετώντας καιρό, επί του πανάρχαιου και κύριου δρόμου ‘’το δρόμο των πύργων’’ στη Μεγαρίδα. Φέρνοντας στο φως ξεχασμένα ιστορικά στοιχεία καθώς μάλιστα τεκμηριώνει πολλές από τις απόψεις/μαρτυρίες του Μελέτη Μπεναρδή που υπάρχουν στο βιβλίο του: ‘’ΜΕΓΑΡΕΙΣ & ΔΕΡΒΕΝΟΧΩΡΙΤΑΙ- ΨΗΓΜΑΤΑ ΜΕΓΑΡΙΚΩΝ (Β’), Αθήνα 1936.




Ο Nikolas Hammond Από την κορυφή του Καρυδίου  (Πατέρας) ως τον Παλιόπυργο (Γεράνεια) ανακαλύπτει και καταγράφει αναλυτικά έξη αρχαίους πύργους του 5ου και 4ου π.Χ. αμυντικού συστήματος, στον αρχαίο δρόμο της Ανατολικής Μεγαρίδος που τον ονομάζει ‘’ο δρόμος των πύργων’’, για τον λόγο που σε μικρή απόσταση υπάρχουν έξη πύργοι.




Ο πύργος της Κυνόσουρας είναι ο πρώτος πύργος και παρουσιάζει την χαρακτηριστική μορφή των αρχαίων Μεγαρικών πύργων.  
Οι αρχαίοι πύργοι, αυτά τα χαρακτηριστικά μνημεία που βρίσκονται στον ιστορικό δρόμο, ήταν μικρά οχυρά κτήρια που σκοπό είχαν να προστατέψουν τους πληθυσμούς από κάθε είδος επιβουλή. Οι Μεγαρικοί πύργοι με τους περίκλειστους χώρους άνηκαν και στις δύο ομάδες (στρατιωτικοί, αγροτικοί), και δεν ήταν μεμονωμένα κτίσματα, αλλά κοντά σε αυτούς και σε ακτίνα μέχρι 500μ αναπτύσσονταν οικισμοί.  Στους φραγμένους με ψηλούς μαντρότοιχους, χώρους των πύργων υπήρξαν υδατοδεξαμενές  και χώροι αποθήκευσης αγαθών για την εξυπηρέτηση φρουράς και περιοίκων.











Από αυτό τον οδικό άξονα προσπάθησαν να περάσουν οι πέρσες το 480-479 π.Χ, αλλά και με την συμβολή των Μεγαρέων νικήθηκαν στις Πλαταιές. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το γεγονός που αναφέρει ο Ξενοφών (5,4,16), για τον Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεόμβροτο τον χειμώνα του 379 π.Χ. Ο Κλεόμβροτος, επιστρέφοντας απ’ τη Βοιωτία στον Ισθμό δεν ακολούθησε τον κύριο δρόμο αλλά επέλεξε τον δευτερευούσης αξίας παραλιακό δρόμο (στο Κορινθιακό κόλπο), με αποτέλεσμα ο μανιασμένος αέρας να ρίξει πολλά υποζύγια στη θάλασσα και όσοι στρατιώτες κρατούσαν ασπίδες κινδύνευσαν κι αυτοί να γκρεμοτσακιστούν στη Κυνόσουρα. Έτσι, άφησαν τις ασπίδες στο έδαφος γεμίζοντάς τες με πέτρες, κατέβηκαν στα Αιγόσθενα όπου και πέρασαν τη νύχτα, το πρωί ανέβηκαν στη Κυνόσουρα πήραν τις ασπίδες και συνέχισαν για τον Ισθμό. Από εδώ βέβαια πέρασε ο στρατός του Φίλιππου, το 338 π.Χ., όταν νίκησε τους Αθηναίους, Μεγαρείς και τους άλλους, στη μάχη της Χειρωνείας. Το 146 π.Χ. πάλι, που υποδουλώνεται όλη η Ελλάδα στους Ρωμαίους, ο Ρωμαίος στρατηγός Μάτελλος εξόντωσε στη Χαιρώνεια ένα στρατιωτικό τμήμα από 1.000 Αρκάδες, και που μετά την ήττα του στρατού της Αχαϊκής συμπολιτείας στη Σκάρφεια της Λοκρίδας, απ’ τον ίδιο δρόμο προχώρησε για την Πελοπόννησο.
Τούτος ο δρόμος επί τουρκοκρατίας θεωρούταν ο ποιο ασφαλής και επάνω σε αυτό τον δρόμο είχαν αναπτυχθεί τα περισσότερα Δερβενοχώρια των Μεγάρων που η συνεισφορά τους υπήρξε σημαντική στον αγώνα της επανάστασης του 1821.










Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΛΙΝΤΟΚΙΑΝ


Πηγή εικόνας: http://kokinorodo.blogspot.gr/2012/08/blog-post_656.html




Τον 6ον αι. π.Χ. ο Μεγαρικός λαός είχε επαναστατήσει κατά των ολιγαρχικών (αριστοκρατικών/πλουσίων), ώστε στα αρχαία Μέγαρα με τον Θεαγένη (1), την πρώτη περίοδο της εξουσίας του, να ‘’γεννάται’’ και το πρώτο δημοκρατικό πολίτευμα παγκοσμίως. Ωστόσο, το νεοφανές δημοκρατικό πολίτευμα αυτό διήρκησε μόνο μια δεκαετία γιατί οι φυγάδες ολιγαρχικοί συσπειρώθηκαν και ανακατέλαβαν τη Μεγαρίδα.
Ο Πλούταρχος προσαγορεύει το πολίτευμα αυτό ως: μη συγκρατημένη/μη ελεγχόμενη ελευθερία των λαϊκών τάξεων (ἄκρατον αὐτοῖς ἐλευθερίαν τῶν δημαγωγῶν) (2, 3). Επειδή, προφανώς ο λαός που θα είχε βιώσει τις έντονες ληστρικές επιδρομές επί του εισοδήματός του -από τους ολιγαρχικούς- επιχείρησε κάποιες παράτολμες πράξεις ενάντια τους.
Αρχαίοι και σύγχρονοι ιστορικοί κάνουν τις περισσότερες αναφορές για τις πράξεις των λαϊκών (τοῖς πλουσίοις ἀσελγῶς προσεφέροντο) (4) και λιγότερο στην σημαντική απόφαση του Μεγαρικού Δήμου που ψήφισε τον νόμο ‘’ΠΑΛΙΝΤΟΚΙΑΝ’’ (Τέλος δὲ δόγμα θέμενοι τοὺς τόκους ἀνεπράττοντο παρὰ τῶν δανειστῶν οὓς δεδωκότες ἐτύγχανον, παλιντοκίαν τὸ γινόμενον προσαγορεύσαντες.). 
Τι ήταν όμως η Παλιντοκίαν;
Η αξίωση της επιστροφής των τόκων (5) που είχαν καταβληθεί στους δανειστές!

Σημειώσεις:

1η. Όλοι ανεξαιρέτως οι τύραννοι στράφηκαν εναντίον των ευγενών, από τους οποίους άλλους εξόντωσαν και άλλους εξόρισαν, εφαρμόζοντας την πολιτική εκείνη που τους εξασφάλιζε τα λαϊκά ερείσματα. 
    
2η. ‘’Μεγαρεῖς Θεαγένη τὸν τύραννον ἐκβαλόντες ὀλίγον χρόνον ἐσωφρόνησαν κατὰ τὴν πολιτείαν· εἶτα πολλὴν κατὰ Πλάτωνα καὶ ἄκρατον αὐτοῖς ἐλευθερίαν τῶν δημαγωγῶν οἰνοχοούντων διαφθαρέντες παντάπασι τά τ´ ἄλλα τοῖς πλουσίοις ἀσελγῶς προσεφέροντο, καὶ παριόντες εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν οἱ πένητες ἠξίουν ἑστιᾶσθαι καὶ δειπνεῖν πολυτελῶς· εἰ δὲ μὴ τυγχάνοιεν, πρὸς βίαν καὶ μεθ´ ὕβρεως ἐχρῶντο πᾶσι. Τέλος δὲ δόγμα θέμενοι τοὺς τόκους ἀνεπράττοντο παρὰ τῶν δανειστῶν οὓς δεδωκότες ἐτύγχανον, « παλιντοκίαν » τὸ γινόμενον προσαγορεύσαντες.’’ (Πλούτ. 2. 295D. ΙΙ.)

3η. ‘’Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. τα Μέγαρα είχαν πολύ πιο μεγάλη δύναμη και πληθυσμό από ό,τι την περίοδο που άκμασε η υπόλοιπη Ελλάδα, δηλαδή τον 5ο αιώνα π.Χ. Aυτό φανερώνουν οι πολλές αποικίες που ίδρυσε αυτή η πόλη-κράτος στα ανατολικά μέχρι τη Βιθυνία της Ασίας και το θρακικό Βόσπορο, και στα δυτικά μέχρι τη Σικελία.
Έτσι, το 620 π.Χ. βλέπουμε να εμφανίζεται και εκεί ένας τύραννος, ο Θεαγένης. Αυτός, αφού έσφαξε τα ζώα των πλουσίων και βασίστηκε στο δήμο, αφαίρεσε τη δύναμη των ολιγαρχικών και σφετερίστηκε την ανώτατη εξουσία. Ωστόσο, δεν κατάφερε να τη διατηρήσει. Μετά την ανατροπή του αρχικά στα Μέγαρα επικράτησε κάποια ηρεμία. Λίγο αργότερα όμως ο δήμος επιτέθηκε πάλι στους πλούσιους και εκδίωξε πολλούς για να δημεύσει τα περιουσιακά τους στοιχεία. Παρασύρθηκε όμως σε ένα φοβερό σκάνδαλο, καθώς ψήφισε εναντίον των υπολοίπων και τη λεγόμενη παλιντοκίαν, ζητούσε δηλαδή από τους δανειστές να επιστρέψουν όλους τους τόκους που είχαν ήδη εισπράξει.’’ (National Geographic. K. Παπαρηγόπουλου, ‘’ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ’’. Τόμος 2ος , σελ. 141). 

4η. ‘’Επί την ημερών της "ακολάστου δημοκρατίας" ο όχλος εφέρετο προσβλητικώς εις τους πλουσίους, εζήτει να δειπνεί πολυτελώς, εφέρετο παρανόμως, αλλά παραμένοντες πάντα ατιμώρητοι -εξ ου και η ονομασία-’’… Αναφέρουν οι ιστορικοί! Ξεχνώντας είτε παραβλέπουν, επιδεικτικά βέβαια, πως οι ανατροπές των πολιτικών καθεστώτων δεν γίνονται με ευγένειες και λουλούδια…    

. Η αρχαία ελληνική λέξη ‘’ΠΑΛΙΝΤΟΚΙΑΝ’’ παραπέμπει σε (πάλι – τόκους) τα λεγόμενα πανωτόκια – ‘’πάλι’’, ‘’ξανά’’, ‘’επί’’-  δηλαδή: (πᾰλιν + τοκίαν = παλιντοκίαν) και πολύ πιθανών, όχι στην επιστροφή των νόμιμων τόκων που ο Πλούταρχος τον 1ον μ.Χ. αιώνα, μας μεταφέρει για το Μεγαρικό ψήφισμα του 6ου π.Χ. αιώνα. Έτσι, δυστυχώς, αντέγραψαν τον επηρεασμένο -από τον αριστοκρατικό Μεγαρέα ποιητή Θέογνι- Πλούταρχο, οι υπόλοιποι ιστορικοί ώστε ο νόμος της παλιντοκίας να φθάσει μέχρι εμάς ως ο νόμος που ζητούσε την επιστροφή των τόκων, έτσι γενικά!  

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Τελευταίο)



Η επιστροφή των Διοσκούρων στο πατρικό τους σπίτι. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας π. 530 π.Χ. Βατικανό, Museo Gregoriano Etrusco.




Η Μεγαρίδα χώρα υπό την εξάπλωση πλέον των Δωριέων, γνώρισε μεγάλη άνθιση στις αποικίσεις του δεύτερου Ελληνικού αποικιοκρατικού κύματος, 8ος αι. π.Χ. – 7ος αι. π.Χ.(1). Ενώ αντίθετα παρουσιάζεται συρρίκνωση της εδαφικής της κυριότητας. Στους αμέσως επόμενους αιώνες οι Δωριείς ήρθαν σε σύγκρουση με τους γείτονες τους. Όπου το κράτος της Κορίνθου κατέλαβε τις όμορες του Μεγαρικές κώμες: Οινόη, Περαία, Σχινούς, Θέρμες, Σιδούς και την Κρομμυωνία. Και επιπλέον την ίδια εποχή γίνονται πολεμικές ενέργειες από το κράτος της Αθήνας ώστε αποσπάσουν μερικώς τα εδάφη της Ελευσίνας περίπου στα μέσα του 7ου αι. π.Χ.. ‘Έτσι, στην Ελευσίνα η λατρεία της θεάς Δήμητρας, από μια τοπική αγροτική εορτή (όμοια με την λατρεία των Μεγαρέων), αποκτά ένα πανελλήνιο χαρακτήρα. Στα χρόνια του Σόλωνα (αρχές 6ου αι. π.Χ.) η Ελευσίνα προσαρτάται οριστικά στην Αθήνα και τα Ελευσίνια Μυστήρια καθιερώνονται ως Ιωνική Αθηναϊκή εορτή. Την εποχή μάλιστα του Πεισίστρατου (550-510 π.Χ.) το ιερό και η πόλη, δυτικά του λόφου, περιβάλλονται από ισχυρό τείχος με πύργους. Το ίδιο συμβαίνει και με το νησί Σκίρα (Σαλαμίνα) που το αποσπούν από τη Μεγαρική χώρα, πάλι με την παρότρυνση του Σόλωνα, οι Αθηναίοι.
Η διακοπή της λατρείας στα ανακτορικά ιερά φαίνεται ότι ώθησε προς την κατεύθυνση νέων υπαίθριων λατρευτικών κέντρων, με παράλληλη ανάπτυξη της ηρωικής λατρείας. Αυτή την περίοδο οριστικοποιούνται και οι πυρήνες των ελληνικών, μυητικών μυστηριακών λατρειών, όπως της Δήμητρας, η οποία αρχικώς είχε περιθωριακό και μη ελεγχόμενο από το κράτος χαρακτήρα. Εδώ φαίνεται καθαρά η προϊστορική πηγή της ελληνικής λατρείας στην ανάγκη ελέγχου της σοδειάς και της ετήσιας βλάστησης με τη βοήθεια συμπαθητικής μαγείας, με προσπάθεια δηλαδή να ελεγχθεί ο ημερολογιακός ή ο καθημερινός ηλιακός κύκλος μέσω συμβολικής μυθολογικής και τελετουργικής αναπαράστασής του, ή ακόμα και σε σαμανιστικές πρακτικές.
Η ολύμπια θρησκεία των Δωριέων βρήκε στη Μεγαρίδα ένα εύκολο και προσοδοφόρο έδαφος αιτία των πολλών μεμονωμένων οικισμών , κώμες (2). Ο Δίας, η Δήμητρα, ο Διόνυσος και οι Διόσκουροι αντικαθιστούν τις παλαιότερες θεότητες της Γεωμετρικής εποχής.
Στο ύψωμα του ‘’Ντούσκουρι Βράχο’’ υπάρχουν αρχαία λείψανα μεγάλου κυκλικού κτηρίου με κυκλώπεια τοιχοδομία και παραπέμπει σε ιερό των Διόσκουρων (οι Δίδυμοι δωρικοί Θεοί των Ελλήνων).  Άγνωστο στους ιστορικούς – αρχαιολογικούς κύκλους. Τα Διοσκούρεια ήταν γιορτή προς τιμή των Διοσκούρων, του Κάστορα και του Πολυδεύκη, που γινόταν σε πολλές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας με γυμνικούς αγώνες και θυσίες. Ιδιαίτερα τα γιόρταζαν με τιμές οι Δωρικές πόλεις.



Σκηνή μύησης των Διόσκουρων και του Ηρακλή στα Ελευσίνια μυστήρια (επώνυμο αγγείο), Διόνυσος-Πλούτος-Ήφαιστος
Κωδωνόσχημος κρατήρας, ύψος 51,4 εκ. διάμετρος 50,7 εκ. 380-360 π.Χ., Βρετανικό Μουσείο, F68


                                                                         


Σημείωσεις:

(1) Οι Μεγαρικές αποικίες στην Ανατολή και την Δύση ήταν το αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του εδάφους της Μεγαρίδας και που φυσικά θα πρέπει να παρουσίασε υπερπληθυσμό. Έτσι ανακούφιζαν τον υπόλοιπο πληθυσμό και αυτές χαρακτηρίζονται ως  εκούσιες αποικίες. Κατά κύριο λόγο όμως δημιουργούνταν προκειμένου να εξασφαλίσει  " το μητροπολιτικό κράτος" της Μεγαρίδας τους φυσικούς πόρους και καλές σχέσεις με ξένα κράτη.

(2) Εκτός των γνωστών πολιχνών της αρχαίας Μεγαρίδας, υπάρχουν και κάποιες ‘’άγνωστες’’ που ακόμα δεν έχουν ταυτοποιηθεί. Ίχνη σηµαντικών κομών αγρο-κτηνοτροφικού χαρακτήρα έχουν εντοπιστεί και στα δύο οροπέδια των Βαθυχωρίων . Κοντά στο εκκλησάκι του Ταξιάρχη υπάρχουν ίχνη αρχαίας οικιστικής εγκατάστασης µε αναλληµατικούς τοίχους, δεξαµενές νερού, διάσπαρτα θεµέλια τοίχων και όστρακα από τον 7ο αι π.Χ. µέχρι τον 5ο αι µ.Χ. Το εκκλησάκι είναι κτισμένο επάνω σε αρχαίο ιερό είτε ναό.
Στις δύο κοιλάδες που οριοθετούνται από τις κορυφές του Πατέρα, τον Μικρό και Μεγάλο Κρύφτη, διατηρούνται επίσης οικοδοµικά κατάλοιπα που χρονολογούνται από την Αρχαϊκή εποχή µέχρι τα νεώτερα χρόνια.  Από την παρουσία συστήµατος δεξαµενών νερού και καναλιών κυρίως στον Μεγάλο Κρύφτη φαίνεται η µέριµνα για τη περισολλογή και υδροδοσία στις κώμες και τις οχυρές θέσεις που υπάρχουν παντού.  Επίσης στη βόρεια πλευρά του Μικρού Κρύφτη βρίσκουµαι ίχνη αρχαίας αγροικίας και λίγο νοτιότερα θεµέλια τοίχων και δεξαµενή ρωµαικών χρόνων.
Οι γνωστές Μεγαρικές πολίχνες ήταν µε σημαντικότερες τις Παγές (Αλεποχώρι) τα Αιγόσθενα (Πόρτο Γερµενό) και τη Νισαία που διέθεταν ασφαλή λιµάνια και καλλιεργήσιµες εκτάσεις.  Επίσης άλλες γνωστές Μεγαρικές κώµες ήταν η Πάνορµος, η Ερένεια, ο Τριποδίσκος, η Κυνόσουρα,  η Αίγειρος, η Άρις, η Άλυκος και η Γεράνεια ενώ όλη η ορεινή περιοχή ήταν διάσπαρτη από µικρότερους οικισµούς. 


                                                                       ΤΕΛΟΣ

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 5ο)


Οι Δωριείς(1) θεσμοθέτησαν νέες αρχές στο κράτος της Μεγαρίδας, όπως και σε κάθε κράτος της αρχαίας Ελλάδας που εγκαταστάθηκαν. Έκαναν κέντρο τους τα Μέγαρα (που ίσως τότε να ονομάσθηκε η πόλις ‘’Μέγαρα’’ και το πιο πιθανόν να ήταν αιτία, οι δυο Ακροπόλεις των κρητομηκυναϊκών εποχών που κοσμούσαν το άστυ στην περιοχή της Μεγαρικής πεδιάδας). Διότι πριν την αρχαϊκή εποχή και όσο βρισκόμαστε στην περίοδο της βασιλείας, δεν υπήρξαν πόλεις, αλλά άστη, δηλαδή μεγάλοι οικισμοί (συνήθως Ακροπόλεις), που ήταν έδρα των θεσμών διοίκησης. Η πόλη ως πόλις είναι δημιούργημα της πρώιμης αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς.
Τούτο συνάδει με τα ηρώα αλλά και τα μνήματα που συγκέντρωσαν μέσα και γύρω από τη πόλη των Μεγάρων.  Οι Δωριείς συνήθιζαν να τιμούν τους νεκρούς και να στολίζουν με ποικίλους τρόπους εξωτερικά τους τάφους, με στήλες όπου σκάλιζαν επιγραφές και αναφερόταν το γενεαλογικό δέντρο του αποθανόντος, η προσφορά του προς την πατρίδα, αλλά και οι αρετές του. Υπήρχαν και ομοιώματα εκφραστικά των αποθανόντων, χαρακτηριστικά όπως ο κύων που σκαλίστηκε πάνω στον τάφο του Διογένους ή η πανάρχαια γλυπτική παράσταση στο μνήμα του Κόροιβου που τον παρουσίαζε να σκοτώνει την Ποινή(2).
Επειδή σκοπός των τάφων ήταν να διαιωνίζεται η μνήμη του αποθανόντος, λεγόταν  Μνημεία είτε Σήματα, αλλά ενδεικτικό είναι και το βουλευτήριο των Μεγάρων που ήταν κτισμένο πάνω από μνήματα ηρώων(3).
Σημαντικό στοιχείο της εποχής που εξετάζουμε είναι η χρήση της αλφαβητικής γραφής, η οποία λάμβανε χώρα ήδη από το πρώτο μισό του Η’ αιώνα, χωρίς να ξέρουμε με ακρίβεια το χρόνο εισαγωγής της, ο οποίος σύμφωνα με διάφορες θεωρίες κυμαίνεται από τον ΙΑ' ως τον Θ’ αιώνα. Οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό μπορεί να δοθεί μόνο μετά την ανακάλυψη κάποιου νέου στοιχείου. Σε αυτά τα πρώιμα χρονικά διαστήματα το πολίτευμα που κυριαρχούσε ήταν ένα είδος φυλετικής οργάνωσης ( Γέροντες - Αισυμνήτες).
Η ‘’αγορά’’ επίσης, αποτελούταν από τους στρατεύσιμους άνδρες, αλλά δεν ήταν επίσημα θεσμοθετημένη. Όταν έπρεπε να ληφθεί μία απόφαση για ένα κρίσιμο ζήτημα, τότε τη συγκαλούσαν οι ευγενείς. Από τα ομηρικά έπη, όπου βρίσκουμε αναφορά στη ραψωδία β, επιβίωσε ως την αρχαϊκή πόλη. Η λήψη των αποφάσεων δια βοής που ως την κλασική εποχή επέζησε στην Απέλλα της Σπάρτης. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πρόδρομες μορφές θεσμών.
Μία άλλη διαχωριστική γραμμή ήταν αυτή που χώριζε τους πολίτες από τους ξένους, τα εγχώρια μέλη μιας κοινότητας από τους παροίκους που προέρχονταν από άλλες περιοχές, οι οποίοι λίγο πολύ είχαν διαφορετική νομική προστασια. Η εξέλιξη των σχέσεων αυτών των δύο ομάδων έφτασε ως το σημείο να υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες για ξένους την κλασική εποχή. Προστατεύονταν οι ξένοι τόσο από τη θρησκεία, καθώς ήταν ικέτες, όσο και από το δίκαιο της φιλοξενίας. Στα ομηρικά έπη είναι έντονος ο θεσμός της ξενίας, φιλίας που δημιουργείται από τη φιλοξενία, η οποία συνεπάγεται αμοιβαίες υποχρεώσεις με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας.
Η κύρια διαχωριστική γραμμή βέβαια είναι αυτή που χωρίζει τους ελεύθερους από τους δούλους. Η υποδούλωση κάποιου μπορούσε να γίνει με αιχμαλωσία σε ένα πόλεμο, μετά την κατάληψη μιας πόλης ή σε μία μάχη, ή με απαγωγές από ναυτικούς. Υπήρχαν και οικογένειες δούλων (ρ320). Γενικά οι δούλοι θεωρούνταν κατώτερα όντα. Στους ίδιους αιώνες επίσης διαμορφώθηκε το σύστημα των ειλώτων και των πενεστών.
Οι ελεύθεροι ήταν κοινωνικά-οικονομικά ιεραρχημένοι. 
Πρώτα οι θήτες  που ήταν όσοι κατείχαν λίγο ή καθόλου γη.
Ακολουθούσαν οι δημιουργοί και που ήταν ειδικοί στην τέχνη τους: μεταλλουργοί, κεραμείς, ξυλουργοί, βυρσοδέψες, και εκείνοι που επεξεργάζονταν πολύτιμες ύλες. Ανάμεσά τους ήταν οι αοιδοί, οι μάντεις, ο κήρυξ και ο ιατρός. Οι θεράποντες ήταν ακόλουθοι ή βοηθοί των ευγενών ή άλλων ισχυρών προσώπων. Ήταν ηνίοχοί τους, συμμετείχαν στα συμπόσια και ήταν και οι ίδιοι επιφανούς καταγωγής. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, ήταν γεωργοί και χρησιμοποιούσαν το εισόδημά τους για τον οπλισμό, που αποκτούσαν με δικά τους έξοδα, και τη συντήρηση της οικογένειάς τους. Οι ευγενείς ήταν μία μικρή ομάδα ατόμων που αναλάμβαναν τη διακυβέρνηση τα, είχαν υπό την κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης, αλλά είχαν έσοδα και από άλλες δραστηριότητες.

Συνεχείζεται….


Σημειώσεις:

(1) Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, καθώς διέθεταν όπλα από σίδηρο, που ήταν ανώτερα από τα χάλκινα των Μυκηναίων. Νεώτερες όμως μελέτες συνδυάζουν την έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να συνηγορούν σε μια τέτοια βίαιη εισβολή και γλωσσολογικών στοιχείων από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, και αμφισβητούν έντονα την εκδοχή αυτή. Η μετακίνησή τους αυτή, που είναι γνωστή ως "Κάθοδος των Δωριέων", παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σκοτεινότερα σημεία της ελληνικής ιστορίας. Η ονομασία Δωριεύς παραπέμπει σε ξυλοκόπο. Διότι η κατάληξη σε –εύς, ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια σημαίνει ασχολία, επάγγελμα (π.χ. χαλκεύς), ενώ η ρίζα δωρ– συγγενεύοντας με τη λέξη δόρυ/δoύρυ, τόσο στις πινακίδες όσο και στον Όμηρο σημαίνει ξύλο (πρβλ. ‘’δούρειος ίππος’’). Η δε εναλλαγή τoυ ο με oυ ή με ω, ανάλογα με τη διάλεκτο, δεν είναι ασυνήθης (π.χ. αττ. κόρος, ιωv. κούρος, δωρ. κώρος, βουλή – βωλά, βους – βως, δούλος – δώλος κ.ά.). Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη σύνθετων ονομάτων, όπως Δωρικλής και Δωρίμαχoς.
Μετά τα παραπάνω, ως δηλωτικό ασχολίας το πιο πιθανόν είναι το Δωριεύς να σημαίνει ξυλοκόπος. Οι ξυλοκόποι, ζώντας στα βουνά και αποκομμένοι από τον πολιτισμό, ομιλούν διάλεκτο λιγότερο εξελιγμένη, αρχαϊκή. Με τον καιρό ίσως η σημασία του Δωριεύς να διευρύνθηκε υπονοώντας τον άξεστο χωρικό, όπως η λέξη ‘’βλάχος’’ στη σημερινή καθομιλουμένη που από εθνικό κατέληξε να σημαίνει το χωρίς τρόπους άτομο. Αυτοί λοιπόν οι άξεστοι ξυλοκόποι, με την κατάρρευση του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, βρήκαν την ευκαιρία να επιστρέψουν στις κοιτίδες τους. Με την ερμηνεία των Δωριέων ως ξυλοκόπων φαίνεται να συμφωνεί και ο μύθος του τελευταίου βασιλιά της Αθήνας, του Κόδρου, ο οποίος για να σώσει την πόλη του από τους εισβολείς Δωριείς, διείσδυσε λάθρα στο στρατόπεδό τους μεταμφιεσμένος σε ξυλοκόπο, δηλαδή σε έναν από αυτούς, σε Δωριέα.


(2) (Παυσ. Α’, 43.7) ‘’Οι Μεγαρείς έχουν τάφο του Κοροίβου[...] Ο τάφος του Κοροίβου είναι στην αγορά των Μεγάρων. Ελεγειακοί στίχοι έχουν γραφτεί γι' αυτόν που ιστορούν τα σχετικά με την 'Εαμάθη και τον ίδιο τον Κόροιβο. Πάνω στον τάφο είναι τοποθετημένη γλυπτή παράσταση που τον παρουσιάζει να σκοτώνει την Ποινή. Απ' ότι είδα ξέρω πως αυτά είναι τα αρχαιότερα λίθινα αγάλματα που υπάρχουν στην Ελλάδα’’.

(3) (Παυσ. Α’, 43.3) ‘’Τάφοι υπάρχουν και μέσα στην πόλη των Μεγάρων. Στον ένα έχουν θάψει τους νεκρούς από την εκστρατεία των Μήδων και το άλλο, το λεγόμενο Αισύμνιο μνήμα, ανήκει και αυτό σε ήρωες[...]Επειδή νόμισαν ότι αυτός ο χρησμός αναφερόταν στους νεκρούς, έχτισαν το βουλευτήριο τους εκεί, για να περικλείει το βουλευτήριο και τον τάφο των ηρώων.’’



ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 4ο)


Στα πρώτα κείμενα της μετάβασης προς την ιστορική περίοδο της αρχαίας 
Ελλάδας δηλαδή, στα ομηρικά έπη, η Μεγαρίδα δεν εμφανίζεται να λαμβάνει μέρος όπως οι περισσότερες ελληνικές ''χώρες". Τούτο είναι ένας γρίφος και μια πολύ μπλεγμένη ιστορία. Και αν παρακολουθήσουμε τους ‘’αναλυτικούς’’ θα διαπιστώσουμε πως το μπλέξιμο είναι μεγαλύτερο με τις διασκευές και τις επεκτάσεις που παρουσίασαν αυτά τα έπη. Διότι η παρουσία κάποιων αντιφάσεων, λογικών κενών ή χασμάτων στα κείμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας οδήγησε στην υπόθεση ότι τα σωζόμενα κείμενα δεν είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις αλλά συνένωση περισσοτέρων έργων(1).
Καθώς ακόμα και από την αρχαία εποχή υπάρχουν ιστορικές αναφορές ότι τα ομηρικά κείμενα υπέστηκαν τροποποιήσεις: ( Στράβων στα Γεωγραφικά Θ’, κεφ. 1 στ. 10)  αναφέρει πως στον τρωικό πόλεμο έλαβαν μέρος οι Μεγαρικές κώμες: ‘’…Αἰγειρούσσης  Νισαίης τε Τριπόδων τε…’’ και  ( Διογένη Λαέρ. Α, β, 57.) ‘’…Τά τε Ὁμήρου ἐξ ὑποβολῆς γέγραφε ῥαψῳδεῖσθαι, οἷον ὅπου ὁ πρῶτος ἔληξεν, ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι τὸν ἐχόμενον. Μᾶλλον οὖν Σόλων Ὄμηρον ἐφώτισεν ἢ Πεισίστρατος, ὥς φησι Διευχίδας ἐν πέμπτῳ Μεγαρικῶν…’’
Ο Διογένης ο Λαέρτιος λοιπόν, καταθέτει πως στο πέμπτο βιβλίο των ΜΕΓΑΡΙΚΩΝ, ο ιστορικός Διευχίδας είχε μαζέψει από όλους τους αρχαίους συγγραφείς τις κατηγορίες που στρέφονταν κατά των Αθηναίων. Επί Σόλωνα και αργότερα επί του Πεισίστρατου και των γιών αυτού, ώστε πλαστογράφησαν έτσι τα μέρη εκείνα που έδιναν τις μαρτυρίες για τους Δωριείς -βλ. Σπάρτη, Μέγαρα, Άργος κ.α.-  . Με στόχο την ανάγκη που είχαν το να βρεθεί μια ιδεολογία όπου στην οποία έπρεπε να στηριχθούν για να οργανώσουν το νέο κράτος της Αθήνας. Από αυτή την βασική αιτία άρχισε η “παραποίηση” των ομηρικών επών.
Τούτο το ιστορικό μπλέξιμο, όπου και οι σύγχρονοι ιστορικοί βεβαιώνουν(2) πιθανόν, μόνο ο χρόνος και με τις όποιες καινούργιες ανακαλύψεις/έρευνες θα μπορεί πλέον να το διαλευκάνει…
Στους ύστερους Γεωμετρικούς χρόνους, επί Δωριέων πρωτεύουσα (πόλη) της Μεγαρίδας,  γίνονται τα Μέγαρα,  που είναι κτισμένα πάνω σε δύο χαµηλούς λόφους (Αλκάθοου και Καρίας).
Η πόλη, όπως την εννοούμε σήμερα, είναι δημιούργημα της πρώιμης αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς. Ήταν μία μακρά διαδικασία που ξεκίνησε στα μέσα του 10ου π.Χ. αι. και ολοκληρώθηκε το α’ μισό του 7ου π.Χ. αιώνα, όταν σχεδόν σε όλο τον ελληνικό κόσμο δεν υπήρχαν βασιλείς και ταυτίζεται με τους Δωριείς.
Διότι η αμέσως επόμενη εξέλιξη ήταν η κατάργηση της βασιλείας από τους ευγενείς. Καθώς οι ευγενείς είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, οπότε στον κατάλληλο χρόνο μπόρεσαν να αμφισβητήσουν τη βασιλεία. Η ενέργειά τους ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δύο παραγόντων: αφ’ ενός της εξασθένησης της βασιλείας και αφ’ ετέρου την ισχύ των ίδιων, αφού είχαν μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση των κοινών και στον πόλεμο. Οπότε ανέλαβαν οι γέροντες (ευγενείς -Αισυμνήτες), όπου βέβαια επί βασιλέων υπήρξαν και κάποιες εγγενείς αρμοδιότητες στο αξίωμά τους: ήταν αρχηγοί του στρατού είχαν ιερατικά καθήκοντα, απευθυνόμενοι εξ ονόματος της κοινότητας σε υπερβατικές δυνάμεις είχαν δικαστικά καθήκοντα Στη διοίκηση των κοινών ζητημάτων βοηθιόνταν από ένα συμβούλιο ευγενών. Στα ομηρικά έπη ονομαζόταν γέροντες, απ’ όπου προήλθε και η γερουσία στη Σπάρτη. Ο βασιλιάς των ομηρικών επών, συνομιλεί και συναποφασίζει με τους γέροντες για τα δημόσια θέματα.
Ενώ μια Μεγαρική παράδοση που αναφέρει ο Παυσανίας έλεγε για την μετάβαση από την βασιλεία στους Αισυμνήτες : (Παυσ. Α’  43,3.) Οι Μεγαρείς, μετά το φόνο του βασιλιά Υπερίονα, έλαβαν την απόφαση να μην επιτρέψουν πια σε έναν μόνο να διήκει  τη χώρα τους, αλλά οι αποφάσεις για τα κοινά, να προέρχονται από τους εκλεγμένους άρχοντες της Μεγαρίδας. Μάλιστα έστειλαν και στο μαντείο αντιπροσωπία υπό τον Αίσυμνο (τον πιο σεβαστό σε όλους τους Μεγαρείς), για να ρωτήσουν το θεό με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να ευημερήσουν.  Το μαντείο απάντησε ότι θα ευημερήσουν αν οι αποφάσεις για τα συμφέροντα της χώρας τους ήταν προϊόν του αποτελέσματος της πλειοψηφίας.
Οι Μεγαρείς, συνεχίζει η παράδοση, δέχτηκαν το χρησμό και αποφάνθηκαν ότι θα πρέπει να συμμετάσχουν και οι νεκροί ήρωες. Τότε έφτιαξαν κτίσμα συμβουλίου/Βουλευτηρίου (δηλαδή ένα υποτυπώδες σύστημα πρώιμης Βουλής, μια οι άρχοντες των Μεγάρων αντιπροσώπευαν και τις πολίχνες της Μεγαρίδας χώρας), έτσι ώστε ο τάφος, των ηρώων τους, ήταν μέσα σε αυτό το κτίσμα. Και εκεί λάμβαναν τις όποιες σημαντικές αποφάσεις για την χώρα από κοινού. 

Συνεχείζεται…

Σημειώσεις:

(1) Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ονομάστηκαν ‘’αναλυτικοί’’ και οι απόψεις του μπορούν να διαιρεθούν σε επιμέρους τάσεις. Για την Ιλιάδα, μία από τις αναλυτικές θεωρίες ήταν η θεωρία της επέκτασης, που υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Gottfried Hermann (1772-1848): σύμφωνα με αυτή, υπήρχε ένα παλαιό κείμενο, μια αρχική Ιλιάδα, που σταδιακά επεκτάθηκε και πήρε τη σημερινή μορφή. Η θεωρία των ασμάτων, που αναπτύχθηκε από τον Karl Lachmann, θεωρούσε την Ιλιάδα συνένωση μικρότερων επικών ασμάτων (ο Lachmann εντόπιζε περίπου δεκαέξι άσματα). Συγγενική ήταν η θεωρία της συγκόλλησης, με βασικό εκπρόσωπο τον A. Kirchhoff, κατά τον οποίο η Ιλιάδα δημιουργήθηκε από συνένωση μικρότερων επών. Ο ίδιος επιχείρησε ανάλογη ανάλυση και για την Οδύσσεια, για την οποία διατυπώθηκε και μια άλλη άποψη, η θεωρία του διασκευαστή, δηλαδή η άποψη ότι υπήρχε μια αρχική Οδύσσεια που επεκτάθηκε στη συνέχεια με προσθήκες ενός διασκευαστή που υστερούσε σε ποιητική αξία από τον ποιητή του αρχικού έργου.

(2) βλ. Γιάννης Κ. Κορδάτος, ’’ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ’’ (Μέρος 5)





Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 3ο)


Η Κάθοδος των Ηρακλειδών, αν και είναι μια ιστορία μπλεγμένη με πολλούς μύθους, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα ιστορικό γεγονός, γιατί όλη η πραγματική κατάσταση της Ελλάδας, την οποία διαπιστώνουμε τους πρώτους ιστορικούς χρόνους (Γεωμετρική περίοδο), είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τις παραδόσεις για την Κάθοδο των Ηρακλειδών.
Η Γεωμετρική περίοδο σηματοδοτείται από την ευρεία χρήση του σιδήρου και την αλλαγή στην τεχνοτροπία της κεραμικής, γεγονότα που τοποθετούνται περί το 1300-1050π.Χ., οπότε τελειώνει και η υπομυκηναϊκή περίοδος.
Όσο κι αν ο μύθος και η παράδοση δεν αποτελούν ιστορία, άλλο τόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί ο απόηχος κάποιου ιστορικού γεγονότος στον μύθο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΙΧ 27) οι Δωριείς, τμήμα κάποτε του μυκηναϊκού κόσμου, αυτοεξορίστηκαν προκειμένου να γλιτώσουν από την τυραννία των Μυκηναίων (‘’φεύγοντες δoυλoσύvηv πρoς Μηκηvαίωv’’). Ώστε η παράδοση που αναφέρεται για την επιστροφή των Ηρακλειδών έτσι να γίνεται πιο κατανοητή. Άλλωστε, έχει γίνει αποδεκτό ότι η λεγόμενη ‘’Πρωτο–δωρική’’ είναι μία από τις διαλέκτους της Μυκηναϊκής Ελληνικής, η οποία έχει θεωρηθεί ως κοινωνικά κατώτερη, όπου μιλιόταν εκτός ανακτορικού περιβάλλοντος και γι’ αυτό δεν γραφόταν στις πινακίδες. Επίσης, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, οι Δωριείς επέστρεψαν ‘’κατίovτες’’, κατερχόμενοι. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είχαν καταφύγει σε ψηλά μέρη, σε βουνά, όπου ένιωθαν μεγαλύτερη ασφάλεια και προστασία από τους κατατρεγμούς και τις διώξεις.
Από εκεί ξεκίνησε η λεγόμενη "Κάθοδος των Δωριέων" στα τέλη περίπου του 13ου αιώνα π.Χ., που αποτέλεσε ιστορικό γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, και είχε το χαρακτήρα εγκατάστασης ενός λαού σε πιο εύφορα και προσοδοφόρα εδάφη. Οι μετακινήσεις αυτές γίνονταν κατά μικρές ομάδες σε μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν έλαβαν τέλος τότε φάνηκε το αθροιστικό τους αποτέλεσμα. Οι ακριβείς βέβαια συνθήκες της μετακίνησής τους παραμένουν άγνωστες μέχρι σήμερα.
Σε αυτή τη χρονική περίοδο τη μετάβαση -από τον μύθο προς στην ιστορία- έρχεται ο μύθος του ήρωα Κόροιβου να συνδεθεί έμμεσα με τον την μετακίνηση των Δωριέων στη Μεγαρίδα. Καθώς το κέντρο της (Μέγαρα) με τις Ακροπόλεις (Αλκάθοου – Καριας) θα πρέπει να διοικούνταν ακόμη από τους τελευταίους άνακτες Μυκηναίους. Έτσι, γίνεται προφανής ο στόχος των Δωριέων που ήταν ο έλεγχος των τριών μεγάλων δρόµων όπου ένωναν τη Θήβα και τα Μέγαρα µε την Πελοπόννησο ώστε με την απομόνωση αυτή να καμφθούν και να υποταχθούν τα Μέγαρα στους Δωριείς. Καθώς οι περισσότερες δυτικές πόλεις και κώμες της Μεγαρίδας είχαν ήδη καταλειφθεί και κάποιες από αυτές καταστράφηκαν ολοσχερώς (ενδείξεις αρχαίων οικισµών νεκροταφείων και ιερών που χρονολογούνται πριν από τη γεωμετρική περίοδο έχουν εντοπιστεί δυτικά του λόφου των Παγών ανάµεσα στις υπώρειες των Γερανείων και την ακτή ). Ενώ αρκετές υποτάχθηκαν ώστε συνέχισαν να υπάρχουν στην ιστορική ροή, όπως αυτές ήταν η Αίγειρος, η Άρις, και η Γεράνεια ( στη θέση Μπούρι η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε ερείπια υπαίθριου ιερού των ύστερων Γεωμετρικών χρόνων αφιερωμένου σε θεά γονιμότητας. Στον αποθέτη του ιερού βρέθηκαν εκατοντάδες µικρών αβαφών ληκύθων για χοές που υποδηλώνουν λαϊκή λατρεία και κατά τον 6ο π.Χ. αι.  Το ιερό ανήκε πιθανότατα σε κάποια από τις περιοικίδες κώµες των Παγών και να εγκαταλείφθηκε αφού αυτές δεν επιβίωσαν πέραν του 4ου π.Χ. αι.).

Συνεχίζεται…


Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 2ο)


Ένα από τα σπήλαια της Κακιάς Σκάλας που ερεύνησε ο Αυστριακό Μάρκοβιτς και έφερε στην επιφάνια τα παλαιολιθικά ευρήματα.  




Ή μόνιμη εγκατάσταση των ανθρώπων στη Μεγαρίδα αποδεικνύεται από την ύπαρξη των παλαιολιθικών ευρημάτων που έδειχναν -από τους προϊστορικούς αθρώπους- την  εκμεταλλεύση των φυσικών πόρων της περιοχής. Ή πρώτη συστηματική έρευνα για τον παλαιολιθικό πολιτισμό στην δυτική Αττική είχε γίνει από τον Αυστριακό Μάρκοβιτς στην Κακιά Σκάλα, που βρήκε πολλά αντικείμενα, ώστε αποδεικνύουν μια μεγάλη χρονική ανθρώπινη κινητικότατα στην παλαιολιθική και στην μεσολιθική εποχή.  Αλλά αυτά τα ευρήματα δεν είδαν ποτέ το φώς της δημοσιότητας, ούτε είναι γνωστό τί απέγιναν...
Η μετάβαση από την παλαιολιθική στη μεσολιθική που τοποθετείται στην περίοδο 12000-5000 π.Χ., αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο στην ιστορία του ανθρώπου πάνω στη Γη. Διότι στη διάρκειά της εμφανίστηκε μια απότομη αλλαγή στο γήινο κλίμα, πράγμα που επηρέασε όλη την πανίδα και χλωρίδα και ανάγκασε τον άνθρωπο να αλλάξει τρόπο ζωής και συνήθειες. Η αιτία της αλλαγής αυτής πιθανολογείτε πως ήταν η υποχώρηση των τελευταίων παγετώνων. Ώστε με το λιώσιμο των πάγων το κλίμα έγινε θερμότερο. Έτσι οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπήλαια και εγκαταστάθηκαν σε υπαίθριες κατασκηνώσεις. Το ανθρώπινο είδος κινδύνεψε να εξαφανιστεί στο σύνολό του κατά την εποχή αυτή. Όμως, η ανθρώπινη επινοητικότητα έδωσε τη λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης με τη συλλογή καρπών και την εξημέρωση των ζώων που βοήθησαν τον άνθρωπο να αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει από κυνηγός βοσκός και καλλιεργητής, γεγονός που σήμανε την αρχή της νεολιθικής εποχής.
Ένα μεγάλο κενό ανάμεσα στην προϊστορία και στα πρώτα ιστορικά χρόνια δεν καλύπτεται αρκετά από όσα ως σήμερα έχει στη διάθεσή της η ιστορική επιστήμη (παραδόσεις, κείμενα, ευρήματα). Καθώς οδηγηθήκαμε στην εποχή του χαλκού.
Η χαλκολιθική εποχή, δηλαδή η μεταβατική φάση μεταξύ της νεολιθικής και της εποχής του χαλκού, κατά την οποία οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν το χαλκό και να κατασκευάζουν παράλληλα με τα λίθινα εργαλεία και τα πρώτα χάλκινα αντικείμενα. Σε αρκετές όμως περιοχές συμπίπτει με τις τελευταίες φάσεις της νεολιθικής και βέβαια ποικίλλει χρονολογικά από περιοχή σε περιοχή. Όπως συμπίπτει η συνέχιση της ανθρώπινης παρουσίας στη Μεγαρίδα με τα παλαιολιθικά ευρήματα από τον Αυστριακό Μάρκοβιτς στην Κακιά Σκάλα, 
καθώς με τα νεολιθικά και τα ευρήματα της χαλκολιθικής εποχής του λόφου Παλαιόκαστρου που παρουσιάζουν αυτή τη συνέχιση της μεταβατικής φάσης προς την εποχή του χαλκού. Επίσης στις Ακρόπολεις Αλκάθοου και της Καριάς ανακαλύφτηκαν λείψανα της κρητομυκηναϊκής περιόδου ή της ύστερης εποχής του χαλκού (1600 - 1150 π.Χ. 
Και, σύμφωνα τώρα με τον Κώστα Τριανταφυλλίδη Γενετιστή τού Τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το DNA των Ελλήνων έχει 20% με 25% Νεολιθική προέλευση και 80% με 85% Παλαιολιθική προέλευση. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες πού ζουν σήμερα στην Ελλάδα και φυσικά στην Μεγαρίδα έχουν Παλαιολιθική προέλευση. 
Στη μέση χαλκοκρατία υπήρξαν πολλοί οικισμοί στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά κανένα αξιόλογο κέντρο. Φαίνεται ότι οι πληθυσμοί κατοίκησαν στα παράλια, ενώ το εσωτερικό της Ελλάδος δείχνει να ‘’αδειάζει’’.
Η χαλκοκρατία χαρακτηρίζεται από μια κλειστή αγροτική οικονομία με κάποια μικρή ανάπτυξη στις εμπορικές συναλλαγές. Ενώ στις τελευταίες φάσεις της χαλκολιθικής εποχής η κοινωνία της γίνεται περισσότερο εμπορική και πολεμική. Γενικά ολόκληρη η εποχή χαρακτηρίζεται από μεγάλη κινητικότητα, καινοτομίες, διεύρυνση των επικοινωνιών και των αλληλεπιδράσεων, άνοιγμα νέων οριζόντων, που γενικεύονται στη διάδοχη εποχή του χαλκού. Η εποχή του χαλκού στην Ελλάδα κορυφώνεται με τον κρητομυκηναϊκό πολιτισμό. 
Η συσχέτιση Κάρες και Κρήτες, από τους σύγχρονους ιστορικούς δεν θα πρέπει να αφήσει αδιάφορο κανέναν μελετητή ιδιαίτερα προς την Μεγαρίδα χώρα.
Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι όταν οι Αθηναίοι ‘’καθάριζαν’’ τη Δήλο, απομακρύνοντας όλους τους θαμμένους σ’ αυτήν νεκρούς, διαπίστωσαν πως οι περισσότεροι ήταν Κάρες.
Η αναφορά, μάλιστα, αυτή γίνεται σχεδόν από όλους τους αρχαίους συγγραφείς και σε αρκετά έργα. Καθώς οι παραδόσεις και οι συγγραφείς μνημονεύουν, τους Πελασγούς, Κάρες, Λέλεγες, Κρήτες και άλλους στην θαλασσοκρατία του Αιγαίου. 
Οι Πελασγοί επί δεκαετίες συνιστούσαν ένα μεγάλο πρόβλημα. Άλλοι υπέθεταν ότι το όνομα ήταν γενικό και κάλυπτε διάφορα ελληνικά έθνη. Ορισμένοι τους έβλεπαν ως μεσογειακό λαό, που κατοικούσε όλα τα παράλια του Ευξείνου ή τουλάχιστον τα δυτικά κτλ. Σήμερα ωστόσο οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν ότι το όνομα συνδέεται με ένα ελληνικό φύλο, ο επώνυμος ήρωας του οποίου σχετίζεται με την Αρκαδία (είτε ήταν πατέρας του Λυκάονα, προγόνου του Αρκάδα, είτε ήταν γεννημένος από τη γη, δηλαδή ‘’αυτόχθονας’’). Παράλληλα, ο Πελασγός σχετίζεται και με τη Θεσσαλία και ήταν αδελφός του Αχαιού και του Φθίου, επωνύμων ηρώων των αντίστοιχων ελληνικών φύλων.
Οι πρώτοι Αχαιοί κατοίκησαν την Φθιώτιδα Αχαΐας, ενώ ενδέχεται να ζούσαν και στην Αθαμανία, στην Πελοπόννησο, και σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Η διασπορά τους σ’ όλο τον ελληνικό χώρο είναι η αιτία που το όνομά τους επιβάλλεται στην πρώτη επική ποίηση ως γενική επωνυμία των φύλων της Ελλάδας. Οι μετακινήσεις δε προς το νότο συμπαρασύρουν τους Λέλεγες στη Λοκρίδα, και κατόπιν στη Μεγαρίδα. Και η συσχέτισή τους με τους Κάρες, από τους σημερινούς μελετητές, είναι πλέον δεδομένη.
Μέσα λοιπόν στη ροή της παράδοσης βρισκόμαστε στα όρια του μυθικού κόσμου και της εμφάνισης των Δωριέων - Ηρακλείδες με την ολύμπια θρησκεία.
Αυτή η "ολυμπιακή" θρησκεία που θα επικρατήσει προοδευτικά, αλλά το παλαιό μινωικό υπόστρωμα, συνδεδεμένο με τη λατρεία της γονιμότητας, θα υποβόσκει πάντοτε, έτοιμο να εκδηλωθεί όταν πρόκειται για μυστηριακές χθόνιες λατρείες, ή λατρείες συνδεδεμένες με τοπικά, παμπάλαια, προελληνικά έθιμα όπως ήταν τα Ελευσίνια Μυστήρια, οι εορτές προς τιμή της Άρτεμης, του Διονύσου, της Αφροδίτης και άλλων θεών που συνδέονται με τη γονιμότητα.
Οι Δωριείς ήταν ορεσίβιοι και συγκεκριμένα ζούσαν στην Φωκίδα, εκεί όπου σήμερα υπάρχει ή περιοχή της Δωρίδας. Πολέμησαν τούς πελοποννησίους ήδη από το 1300π.Χ. Ό Ηρόδοτος τούς λέγει Μακεδνούς (Μακεδόνες = ψηλοί ). Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες έλεγαν ότι πρόγονοι αυτών κατέβηκαν στην Λακωνία περί το 1100π.Χ. αλλά δεν ήταν παραπάνω από 2000 άνδρες. Στο πλαίσιο όμως τού παλαιού καθεστώτος, στρατολογήθηκαν από αντιμαχόμενους Αχαιούς πρίγκιπες, αφού ήταν ομόφυλοι. Το ότι ήσαν φοβεροί πολεμιστές με τα σιδηρά όπλα δεν ήταν μύθος. Ευρήματα από το 1700-1200π.Χ. στην Κρήτη, στην Κύπρο και στην Περατή της Αττικής αποδεικνύουν τού λόγου το αληθές.
Ό Θουκυδίδης και ό Πλάτων συμφωνούν και βεβαιώνουν ότι οι Ηρακλείδες ανάκτησαν τες τις πατρίδες από τις οποίες είχαν εξωθεί. Ό Πλάτων αφού αιτιολογεί ποιοι ήταν οι Ηρακλείδες, εξηγεί ότι οι επιστρέψαντες εις την Πελοπόννησο και μετέβαλαν όνομα, Δωριείς αντί Αχαιών κληθέντες, το ίδιο λέγει και ό Ηρόδοτος. Ό Πίνδαρος αποκαλεί τούς Σπαρτιάτες εγγονούς Ηρακλειδών. Οι Δωριείς απόγονοι τού Δώρου εκ τού Έλληνος, εγγονοί τού Δευκαλίωνος.

Συνεχίζεται….

ΜΕΓΑΡΙΔΑ ΧΩΡΑ (Μέρος 1ο)





Η Μεγαρίδα χώρα ήταν γνωστή από την προϊστορία, υπάρχει η αρχαία γραμματεία  που μας δίνει πλούσιες αναφορές για την χώρα την εποχή εκείνη. Οι πρώτοι οργανωμένοι πληθυσμοί που κατοίκησαν την περιοχή θα πρέπει να λογιστούν οι Πελασγοί, οι Λέλεγες και οι Κάρες που θεωρούνται πανάρχαια ελληνικά φύλα. Τούτο το αποδεικνύει μια σειρά από βασιλείς, με ελληνικά ονόματα που αναφέρονται στη Μεγαρική παράδοση κατά την προϊστορική εκείνη περίοδο όπως είναι οι: Κάρ, Λέλεξ, Κλήσων, Πύλας, Σκίρων. Ενώ οι Ακροπόλεις των Μεγάρων φέρουν ακόμα τα ονόματα των πρώτων οικιστών, ( Καρία και  Αλκάθοου).  
Ο Φιλίππου εκ Συαγγέλων, συγγραφέας του 1ου αι. π.Χ., αναφέρει ότι οι Λέλεγες ήταν δούλοι των Καρών, όπως οι είλωτες των Σπαρτιατών και οι πενέστες των Θεσσαλών. Από την πληροφορία αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Καρίας, οι οποίοι στη συνέχεια υποτάχθηκαν στους Κάρες και έγιναν δούλοι τους. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως οι Λέλεγες, οι οποίοι θεωρούνται μαζί με τους Πελασγούς από τους αρχαιοτέρους κατοίκους της Ελλάδος, ταυτίζονται άμεσα μαζί τους. Η ταύτιση αυτή έχει επιβιώσει στη συνείδηση των Ελλήνων, οι οποίοι, όπως παρατηρεί η Άννα Δημητρίου στο βιβλίο της ‘’ΠΕΛΑΣΓΟΙ’’, ονομάζουν τα πουλιά Πελαργούς (δηλ. Πελασγούς) και Λέλεκες (δηλ. Λέλεγες).
Οι Κάρες και οι Λέλεγες αναφέρει πάλι ο Ηρόδοτος (Α, 171) πως είναι το ίδιο φύλο.
Ενώ σαν σημαντικότερα κέντρα Λελέγων αναφέρονται στην Μ. Ασία, Κυκλάδες, Αιτωλία, Ακαρνανία, Μεγαρίδα (στα οποία λέγεται ότι έφθασαν οι Λέλεγες από τη Σπάρτη ή κατά μια άλλη παράδοση από την Αίγυπτο, ενώ κατά τις νεότερες μελέτες φαίνεται να ήρθαν από τη Λοκρίδα), Λοκρίδα και προπάντων στην Λακεδαίμονα, η οποία μάλιστα λεγόταν και Λελεγία και οι εκεί Λέλεγες κάτοικοι λογίζονταν αυτόχθονες.
Στη συνέχεια η Μεγαρίδα κατοικήθηκε από Αχαιούς - Μυκηναίους, με αρχηγό πιθανόν τον Μεγαρέα, όπως μαρτυρούν οι αρχαίοι συγγραφείς.
Επί του άνακτος Μεγαρέα, η Μεγαρίδα χώρα καταλάμβανε όλο το δυτικό κομμάτι της Αττικής. Φαίνεται, δηλαδή ότι υπήρξε ένα ‘’οργανωμένο’’ κράτος με αρκετές αυτοδιοικούμενες πολίχνες.
Διότι στον Μυκηναϊκό πολιτισμό ο ανώτατος άρχοντας ενός μυκηναϊκού βασιλείου ήταν ο wa-na-ka (άναξ). Η εξουσία του δεν στηρίζονταν σε προσωποπαγές δίκαιο και δυναστικές γενεαλογίες, αλλά στην ικανότητά του να ρυθμίζει την αναδιανομή των προϊόντων και των υπηρεσιών στα όρια της επικράτειας του. Ενώ ο τίτλος qa-si-re-u (βασιλεύς) που υπήρχε στα μυκηναϊκά κράτη και, που η ακριβής έννοιά του όμως είναι ασαφής, οπωσδήποτε δεν δηλώνει τον ανώτατο άρχοντα. Τούτο θα το κατανοήσουμε καλύτερα εάν μελετήσουμε τους  qa-si-re-u (βασιλιάδες) που ήταν περισσότεροι από ένας στην Πύλο και ασχολούνταν, σε μια περίπτωση, με την επιστασία χαλκουργών. Πιθανόν να είχαν και θρησκευτικά καθήκοντα, όπως ο άρχων βασιλεύς στην Κλασική Περίοδο, καθώς και τα καθήκοντα ενός τοπικού άρχοντα.
Πολλές αρχαίες πηγές αναφέρουν ως Μεγαρικές κτίσεις τις πόλεις:  Πάγες (σημερινό Αλεποχώρι),  Αιγιρούσες,  Άρις, Οινόη, Περαία, Σχινούς, Θέρμες, Σιδούς, Κρομμυωνία,  Άλυκος,  Τριποδίσκη και άλλες κώμες που ήταν μέσα στα δυτικά εδάφη της και που τα όρια έφθαναν έως τον Ισθμό. Ενώ βόρεια ήταν η Ρους, η Πάνορμος, τα Αιγόσθενα, η Ερένεια κ.α. Νότια ήταν η Νισαία και το νησί Σκίρας - Σαλαμίνα (1)..  Ακόμη θα πρέπει να τονισθεί ότι η Ελευσίνα(2) ήταν μέσα στην επικράτειά της.
Κάποιες δε από αυτές τις πόλεις διοικούντο από τον qa-si-re-u βασιλιά. Καθώς ως γνωστοί, πάλι από την αρχαία παράδοση, ‘’περιφερειακοί’’  βασιλιάδες, αναφέρονται ότι ήταν: Στις Παγές ο Τηρέας, στην Ελευσίνα ο Διοκλής, και στη Σκίρα ο Σκίρωνας και κατόπιν ο εγγονός του(από θυγατέρα), ο Τελαμώνας.

 

Συνεχίζεται….

 

Σημειώσεις:

 
(1) Για πληροφορίες περί της νήσου Σκίρας: http://tamegara.blogspot.gr/2012/11/blog-post_9.html

(2) Οι πολεμικές εξορμήσεις του Θησέα κατά της Ελευσίνας (όπως αναφέρουν οι Αθηναϊκοί μύθοι), ο Μεγαρέας ήρωας Διοκλής που η αρχαία γραμματεία τον συγκαταλέγει ανάμεσα στους 4 ή 6 βασιλιάδες της Ελευσίνας δηλώνουν σαφέστατα πως η Ελευσίνα τους Μυκηναϊκούς χρόνους βρισκόταν στην εδαφική και διοικητική επικράτεια της Μεγαρίδας χώρας.

     

Πηγές:
Κ. Δημακοπούλου (επιμ.), Ο Μυκηναϊκός Κόσμος. Πέντε αιώνες πρώιμου ελληνικού πολιτισμού. 1600-1100 π.Χ., Αθήνα 1988
Ντ. Βασιλικού, Μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ.152, Αθήνα 1995
O.T.P.K. Dickinson, Η προέλευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, μετάφραση Αθ. Παπαδόπουλος, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα: Αθήνα 1999