Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΣΟΡΑ. (Η ΣΠΗΛΙΑ)


Στο πλάτωμα μιας κατακόρυφης χαράδρας, λες και είναι καρφιτσωμένο στο μπούστο του λόφου, στέκι επί αιώνες το                  
                                                ξωκλήσι του Άι Γιαννιού του Θεολόγου στη περιοχή Σόρα, των Μεγάρων. 

Κάποτε ήταν δυσπρόσιτο το πλάτωμα που είναι το εκκλησάκι και μόνο από κάποιο επικίνδυνο, κακοτράχαλο μονοπάτι   
                                                                              έφτανες στη χάρη του. 

Μέσα στο ξωκλήσι το σπηλαίωμα του βράχου ήταν καταστόλιστο από  αρχαία αγιογραφία, ενώ από τα ελάχιστα σωζόμενα μέρη (σπαράγματα) των χρωμάτων και της τεχνοτροπίας, συμπεραίνετε ότι έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρώτη αγιογράφηση της Ι. Μονής Οσίου Μελετίου του εν Κιθαιρώνα (12ου αιώνα).


Σήμερα έχουν απομείνει δύο "ασθενικά" κυπαρίσσια για να θυμίζουν ό,τι 
στη κοίτη του ξεροπόταμου, κάποτε μας καλωσόριζαν έξη αιωνόβια πανύψηλα κυπαρίσσια που περιτριγύριζαν το αρχαίο πηγάδι. Εκεί πίναμε υπέροχο νερό (που όμοιό του δεν έτυχε να ξαναπιώ πουθενά αλλού, σε όποια μέρη της γης κι αν βρέθηκα), ξεκουραζόμασταν και έπειτα ανεβαίναμε για το ξωκλήσι.    


Από το εσωτερικό του ξωκλησιού, η αρχαιολογία, έχει εκτοπίσει το μανουάλι, της εικόνες και τα καντήλια! Έτσι έχασε όλη την κατανυκτική του ευλάβεια, έγινε ένα απρόσωπο αρχαιολογικό κτίσμα, όπου κάποτε, εκεί οι πονεμένοι χριστιανοί αντλούσαν παρηγοριά, ελπίδα και δύναμη…     


Στην εσωτερική Ν.Α. πλευρά σώζονται καπνισμένες, τρεις ολόσωμες αγιογραφίες Αγίων του 16ου-17ου αιώνα.



Στο πλάτωμα μιας κατακόρυφης χαράδρας, λες και είναι καρφιτσωμένο στο μπούστο του λόφου, στέκι επί αιώνες το εξωκκλήσι του Άι Γιαννιού του Θεολόγου. Και καθώς βρίσκεται χωμένο στον ασβεστολιθικό βράχο γίνεται το κατανυκτικό καταφύγιο των ευλαβούντων χριστιανών.  
Κάποτε ήταν δυσπρόσιτο το εκκλησάκι και μόνο από κάποιο επικίνδυνο, κακοτράχαλο μονοπάτι έφθανες στη χάρη του. Αργότερα, οι πιστοί έσκαψαν τη πλαγιά της χαράδρας κι έφτιαξαν ένα πέτρινο φαρδύ μονοπάτι όπου να μπορούσαν τα ζώα να ανεβάζουν ανήμπορους ανθρώπους και υλικά, τότε, πιθανών να κλίστηκε και ο χώρος Β.Δ. που διαμόρφωσε ένα μεγάλο δωμάτιο. Αυτό θα πρέπει να έγινε τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής διότι το ημισπηλαιώδης εξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου αναφέρεται ότι είναι του 17ου αιώνα. Όμως, η θέση του και η πρώτη αγιογράφησή του (καθώς ήρθε πρόσφατα στην επιφάνεια από την αρχαιολογική υπηρεσία) παραπέμπουν σαφέστατα σε ασκηταριό του 11ου με 12ου αιώνα.
Υπάρχει ακόμα μέσα στο ξωκλήσι το σπηλαίωμα του βράχου που ήταν καταστόλιστο από την αρχαία αγιογραφία, ενώ από τα ελάχιστα σωζόμενα μέρη (σπαράγματα) των χρωμάτων και της τεχνοτροπίας, συμπεραίνετε ότι έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρώτη αγιογράφηση της Ι. Μονής Οσίου Μελετίου του εν Κιθαιρώνα (12ου αιώνα).
Με αυτά τα υπάρχοντα στοιχεία συνάγουμε το συμπέρασμα ότι το μικρό σπηλαιώδες πλάτωμα έγινε τόπος αγώνα και προσευχής για κάποιο χριστιανό αναχωρητή στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας μ.Χ..  
Η περιοχή που βρίσκεται το ξωκλήσι ήταν πευκόφυτη και δυστυχώς κάηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όπου έκτοτε η ανθρώπινη παρέμβαση άλλαξε ριζικά το τοπίο γύρω!
Θυμάμαι, πως για να πάμε να ανάψουμε τα καντήλια και να προσευχηθούμε μαζί με τους γονείς μας, πριν την πυρκαγιά. Αφήναμε το αυτοκίνητο μισή ώρα μακριά και συνεχίζαμε πεζή επάνω σένα υποτυπώδες καρόδρομο που τον σκίαζαν τεράστια πεύκα, πουρνάρια, θυμάρια και σκίνα, μέχρι να κατεβούμε τη μια μεριά του ποταμού. Στη κοίτη του ξεροπόταμου μας καλωσόριζαν έξη αιωνόβια πανύψηλα κυπαρίσσια που περιτριγύριζαν το αρχαίο πηγάδι. Εκεί πίναμε υπέροχο νερό (που όμοιό του δεν έτυχε να ξαναπιώ πουθενά αλλού, σε όποια μέρη της γης κι αν βρέθηκα), ξεκουραζόμασταν και έπειτα ανεβαίναμε για το ξωκλήσι.    
Σήμερα έχουν αλλάξει τα πάντα. Δρόμος ασφαλτοστρωμένος φτάνει μέχρι επάνω το πλάτωμα, από το εσωτερικό του ξωκλησιού, η αρχαιολογία, έχει εκτοπίσει το μανουάλι, της εικόνες και τα καντήλια! Και έτσι έχασε όλη την κατανυκτική του ευλάβεια, έγινε ένα απρόσωπο αρχαιολογικό κτίσμα, όπου κάποτε, εκεί οι πονεμένοι χριστιανοί αντλούσαν παρηγοριά, ελπίδα και δύναμη…     



Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΡΕΩΝ. ΟΛΥΜΠΙΑ.

Αεροφωτογραφία της αρχαίας Ολυμπίας.

Ο θησαυρός των Μεγαρέων στην Ολυμπία εκτιμάτε ότι η κατασκευή του έγινε στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.. Μάλιστα, τούτο το χρονικό διάστημα της κατασκευής (του θησαυρού στην Ολυμπία), αφήνει ανοικτή την εκδοχή να είναι ο δεύτερος θησαυρός των Μεγαρέων. Διότι ο πρώτος, όπως αρκετοί (ιστορικοί και αρχαιολόγοι) υποστηρίζουν από τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, υπήρξε στους Δελφούς.
Οι θησαυροί του ιερού της Ολυμπίας βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στους νότιους πρόποδες του Κρονίου λόφου, στο χώρο όπου υπήρχαν οι προϊστορικές λατρείες του ιερού. Κτίσθηκαν επάνω σε τεχνητό επίπεδο άνδηρο, που καταλαμβάνει την έκταση από το Νυμφαίο έως το στάδιο και που διαμορφώθηκε ειδικά γι' αυτό το σκοπό. Δεν είναι όλοι θεμελιωμένοι στο ίδιο ύψος, γιατί δεν οικοδομήθηκαν ταυτόχρονα. Οι πρώτοι χρονολογούνται στα αρχαϊκά χρόνια, στον 6ο αι. π.Χ., και οι τελευταίοι στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.

                                     Σε κόκκινο κύκλο οι θησαυροί των διαφόρων πόλεων στην Ολυμπία.

Οι θησαυροί ήταν μικρά ναόσχημα οικοδομήματα, αποτελούμενες από ορθογώνιο σηκό με δύο δωρικούς κίονες μεταξύ παραστάδων, εκτός από τον τελευταίο προς τα ανατολικά, αυτόν των Γελώων, που είναι πρόστυλος, εξάστυλος. Τους θησαυρούς αφιέρωναν στο ιερό της Ολυμπίας διάφορες ελληνικές πόλεις, για να στεγάσουν τα πολύτιμα και πλούσια αναθήματά τους στο Δία. Ο Παυσανίας (6.19.1-15) μάς δίνει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τα πλούσια αφιερώματα που φυλάσσονταν εκεί.
Έχουν όλοι οι θησαυροί προσανατολισμό Β-Ν, με την είσοδο προς το νότο, δηλαδή προς την πλευρά του ιερού, και είναι κτισμένοι στη σειρά ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο πρώτος της σειράς είναι ο θησαυρός των Σικυωνίων, αφιέρωμα του Μύρωνα, διαστάσεων 12,46 x 7,30 μ., και οι τέσσερις τελευταίοι είναι των Σελινουντίων, των Μεταποντίων, των Μεγαρέων και των Γελώων. 

                                  Ο θριγκός και το αέτωμα του θησαυρού των Μεγαρέων στο Μουσείο της Ολυμπίας



Από το θησαυρό των Μεγαρέων σώζεται το αέτωμα που απεικονίζει τη σκηνή της γιγαντομαχίας με πέντε ζεύγη θεών και γιγάντων που μάχονται. Σώζεται αποσπασματικά και μόνο η φιγούρα του γίγαντα στη μέση διατηρείτε σχεδόν ολόκληρη. Ο γίγαντας φαίνεται τραυματίας και έτοιμος να πέσει στο έδαφος από τα χτυπήματα του Δία, του οποίου μόνο το ένα πόδι διατηρείται. Οι άλλοι θεοί ήταν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας στην αριστερή πλευρά και ο Ηρακλής με τον Άρη στα δεξιά. Ενώ θαλάσσια τέρατα κοσμούσαν τις δύο γωνίες του αετώματος. Πιθανώς να είναι έργο από κάποιο εργαστήριο των Ηλείων. Χρονολογείται στο τέλος του 6ου αι. Π.χ..

Οι Μεγαρείς είχαν επισυνάψει στη γιγαντομαχία μια ασπίδα που αντιπροσώπευε τα λάφυρα της νίκης τους επί των Κορινθίων

Ο θριγκός έχει αποκατασταθεί μαζί με το αέτωμα του θησαυρού όπου εκτίθεται στο Μουσείο της Ολυμπίας. Είναι μήκους 5,70 μ. και ύψους 0,75 μ., διακοσμείται από τη μυθολογική μάχη μεταξύ των θεών και γιγάντων. Χρονολογείται περίπου στο 520 π.Χ. Οι έντεκα συνολικά μορφές είναι αρκετά κατεστραμμένες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Δίας, η Αθηνά, ο Ηρακλής, ο Ποσειδώνας, ο Άρης καθώς επίσης γίγαντες, θαλάσσια τέρατα και φίδια. Οι Μεγαρείς είχαν επισυνάψει στη γιγαντομαχία μια ασπίδα που αντιπροσώπευε τα λάφυρα της νίκης τους επί των Κορινθίων. Η λέξη ΜΕΓΑΡΕΩΝ αναγράφεται στην κεντρική πλάκα, που σαφέστατα σημαίνει ‘’Μεγαρείς".



Πηγές έρευνας για το κείμενο: http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=5845
Πηγές εικόνων: http://www.greek-thesaurus.gr/Ancient-Olympia-treasuries.html

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ: ΔΙΟΚΛΕΙΑ




Με την ονομασία Διόκλεια αναφέρονται οι αθλητικοί αγώνες που γίνονταν στα αρχαία Μέγαρα την αρχή κάθε άνοιξης, προς τιμή του μυθικού ήρωα Διοκλή, όπου σύμφωνα με μία παράδοση είχε σκοτωθεί σε κάποια μάχη για να σώσει τον φίλο του.
Στη σημερινή εποχή μας και κάτω από την επιρροή της χριστιανικής θρησκείας, ένα μέρος των Διόκλειων αγωνισμάτων, θεωρείται ταμπού και υπάρχει σε κατάσταση ‘’ομίχλης’’.
Ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό. Ήταν βέβαια ένα ιδιαίτερο αγώνισμα που έφερνε όμως κοντά τους έφηβους και κυριολεκτικά έχτιζε αιώνιες φιλίες.
Έτσι, την ημέρα των αγώνων, εκτός των άλλων αθλητικών αγωνισμάτων, οι νέοι της πόλεως συναγωνίζονταν γύρω από τον τάφο του Διοκλή για το ποιος θα δώσει το γλυκύτερο φιλί, και ‘’ο καταφιλήσας αυτών ήδιστα’’ στεφόταν νικητής (Σχόλια εις Θεόκριτον, ΙΒ΄ 27 κ.ε.).
Σύμφωνα βέβαια με τον αιτιολογικό μύθο της αυτοθυσίας του Διοκλή που υπερασπιζόμενος τον αγαπημένο του φίλο, σε μάχη (εκείνον μεν έσωσεν, αυτός δ' ετελεύτησεν). Και ο απώτερος σκοπός του αγώνα αυτού ήταν η ανάπτυξη μιας πιθανόν αιώνιας και αδελφικής φιλίας μεταξύ των νέων πολιτών και της αγαστής συνεργασίας τους υπερασπιζόμενοι ο ένας των άλλων επί παντός κινδύνου.
Έτσι, το κοινωνικά λοιπόν αντιφατικό μέρος σε αυτού του είδους το αρχαίο αγώνισμα, είναι ότι στις ημέρες μας έχει διαβληθεί από την αρχαία έννοια του και θεωρείται ως ταμπού, δηλαδή, πράξη ομοφυλίας. Ενώ προκύπτει σαφώς, από τα κείμενα της αρχαίας γραμματείας ό,τι εθεωρείτο άκρα ταπεινωτική πράξη για τον συμμέτοχο η δια του πρωκτού γενετήσια επικοινωνία. Σαν παράδειγμα ας αναλογιστούμε την αττική κωμωδία και πως η προσβλητική λέξη ‘’καταπύγων’’ (Αριστοφ. Θεσμοφ. 201) ήταν εξαιρετικά μειωτική για τέτοιες σεξουαλικές συμπεριφορές όπως επίσης και ο χαρακτηρισμός ‘’ευρύπρωκτος’’ (Αριστοφ. Νεφ. 1023).
Αυτή, όμως, η δήθεν ‘’ερωτικά χρωματισμένη’’ ιδιότητα των Μεγαρέων νεαρών, κατά των Διοκλείων αγωνισμάτων, εύρισκε ανταπόκριση μόνο προς τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη για τον άθλο της αυτοθυσίας του ήρωα Διοκλή. Καθώς ήταν η προϋπόθεση που έκανε αποδεκτή μία τέτοια πράξη (στην προκειμένη περίπτωση το φιλί μεταξύ νεαρών για την ανάπτυξη μιας αιώνιας φιλίας και αγαστής συνεργασίας). Ενώ σε διαφορετική περίπτωση, χωρίς δηλαδή το κίνητρο της υπεράσπισης των αιώνιων φίλων επί παντός κινδύνου, ήταν απλώς βλαπτική ‘’πορνεία’’ ή και παρά φύσιν ασέλγεια (Πλάτ. Νόμοι 636c, 835c - 842a).
Αντίθετα, η σεξουαλική επαφή εάν υπήρχε μεταξύ Μεγαρέων νεαρών, αποτελούσε όνειδος για τον θεσμό του αγωνίσματος, της κοινωνίας και της αιώνιας φιλίας που επιζητούσαν οι αγωνιζόμενοι νεαροί. Εδώ, ακόμα θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι οι νόμοι στην αρχαία Ελλάδα, περί της ομοφυλίας, ήταν αυστηροί και ο Πλούταρχος διευκρινίζει ότι: "Ο ψυχικός δεσμός μεταξύ των νέων δεν είχε καμία σχέση με τις σωματικές επαφές και ότι υστερείτο τα πολιτικά του δικαιώματα δυνάμει νόμου όποιος προσπαθούσε να ασελγήσει εις βάρος άλλου."
Αλλά και Νόμοι του Σόλωνα , είναι αρκετά σαφείς για τις συνέπειες που έχει κάποιος αν συνάψει ομοφυλική σχέση :
‘’Αν τις […] εταιρήση, μη έξεστω αυτώ των εννέα αρχόντων γενέσθαι, μηδέ ιερωσύνην ιερώσασθαι, μηδέ συνδικήσαι τω δήμω, μηδέ αρχήν αρχέτω μηδεμιάν, μήτε ενδημον, μήτε υπερόριον, μήτε κληρωτήν, μήτε χειροτονητήν, μηδέ επικυρήκειαν αποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδέ εις τα δημοτελή ιερά εισίτω, μηδέ εν ταις κοιναίς σταφονοφορίες σταφανούσθω, μηδέ εντός των της αγοράς περιρραντηριων πορευέσθω. Εάν δε ταύτα τις ποιή, καταγνωσθέντως αυτού εταιρείν, θανάτω ζημιούσθω’’.
Δηλαδή, αν κάποιος πολίτης συνάψει ερωτική σχέση με άλλον:
Δεν του επιτρέπεται να γίνει μέλος των εννέα αρχόντων. Δεν του επιτρέπεται να εκλεγεί ιερέας. Δεν του επιτρέπεται να είναι συνήγορος του λαού. Δεν του επιτρέπεται να ασκήσει κάποια εξουσία, εντός η εκτός της χώρας, κληρωτή ή χειροτονητή. Δεν του επιτρέπεται να σταλεί ως κήρυκας πολέμου. Δεν του επιτρέπεται να εκθέσει τη γνώμη του. Δεν του επιτρέπεται να εισέλθει στους δημόσιους ναούς. Δεν του επιτρέπεται να στεφανωθεί στις δημόσιες στεφανοφορίες. Δεν του επιτρέπεται να παίρνει μέρος στους περιπάτους που γίνονται στην αγορά. Όποιος λοιπόν ενώ έχει καταδικαστεί ως ερωτικός σύντροφος άλλου, ενεργήσει αντίθετα τις διατάξεις του νόμου, τιμωρείται με θάνατο." (Σόλωνος νόμοι, άρθρο 332,εκδώσεις Θεσσαλονίκης μετάφραση: Χριστοδούλου )


ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ (ΑΡΧΕΣ) ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ.




Η γέννηση του Σκεπτικισμού, του Αγνωστικισμού και της θεωρίας της Σχετικότητας εκπηγάζουν, κατά τον Αθανάσιος Α.Τσακνάκης, Φιλόλογο και Θεολόγο, ΚΑΙ μέσα από τη Μεγαρική Σχολή!
Αναφέρει ο Αθαν. Τσακνάκης: Είναι γνωστό και επιβεβαιωμένο το γεγονός ότι ο  Πύρρων υπήρξε οιδρυτής του Σκεπτικισμού, αλλά συχνά αγνοείται – εκούσια ή ακούσια – το γεγονός ότι ο Πύρρων, οι μαθητές, οι οπαδοί  και οι διάδοχοί του υπήρξαν, επίσης, οι
θεμελιωτές τού Αγνωστικισμού και τού Σχετικισμού, γνωστού και με την ονομασία
‘’θεωρία της Σχετικότητας’’. Οι κυριότερες αρχές και των τριών κοσμοθεωριών
εντοπίζονται μέσα στην Μεγαρική διδασκαλία που ο Πύρρωνας και ο Τίμων ανέδειξαν.
Και συνεχίζει:
1. Ο Πύρρων ήταν Ηλείος, γιός τού Πλειστάρχου (δηλαδή καταγόταν από την Ηλεία της Πελοποννήσου, γεννήθηκε στα 360 και πέθανε στα 270 π.Χ.) καθώς εξιστορεί ο Διοκλής. Ο Απολλόδωρος, στα ‘’Χρονικά’’ του, λέει ότι πρωτύτερα ο Πύρρων ήταν ζωγράφος, έπειτα μαθήτευσε στον Βρύσωνα, τον γιό τού Στίλπωνα, όπως αναφέρει και ο Αλέξανδρος στις ‘’Διαδοχές’’ του. Μετά μαθήτευσε και στον Ανάξαρχο, ακολουθώντας τον μέχρι και τους Γυμνοσοφιστές, στην Ινδία, συναναστρεφόμενος ακόμη και τους Μάγους. Φαίνεται ότι εξαιτίας αυτών των εμπειριών επινόησε μία ευγενέστατη φιλοσοφία, εισάγοντας τα είδη της ‘’ακαταληψίας’’ και της ‘’εποχής’’, όπως λέει ο Ασκάνιος ο Αβδηρίτης. Ισχυριζόταν ότι τίποτε δεν είναι ούτε ωραίο ούτε άσχημο…
2. Ο Τίμων ήταν γιός τού Τιμάρχου και Φλιάσιος στην καταγωγή (γεννήθηκε γύρω στο 320 και πέθανε γύρω στο 230 π.Χ.). Νέος έχασε τους γονείς του και ασχολήθηκε με τον δραματικό χώρο και τη σατιρική ποίηση αλλά έπειτα άλλαξε γνώμη, έφυγε για τα Μέγαρα, πηγαίνοντας κοντά στον Στίλπωνα (Στίλπων: διάσημος φιλόσοφος από τα Μέγαρα της Αττικής).
Αφού μαθήτευσε κοντά του, επέστρεψε ξανά στην πόλη του και νυμφεύτηκε. Έπειτα πήγε στον Πύρρωνα, στην Ήλιδα, μαζί με την γυναίκα του, και μαθήτευσε κοντά σ’ εκείνον, μέχρι που απέκτησε παιδιά, από τα οποία το μεγαλύτερο ονόμασε Ξάνθο, τον σπούδασε γιατρό και τον όρισε κληρονόμο τής περιουσίας του. Ο Ξάνθος έγινε επιφανέστατος, όπως αναφέρει και ο Σωτίων στο ενδέκατο βιβλίο του…

Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια και παραρτήματα: Αθανάσιος Α.Τσακνάκης, Φιλόλογος – Θεολόγος
Ξάνθη 2011



Το βιβλίο μελέτη του Αθαν. Τσακνάκη βρίσκεται αναρτημένο στη παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση.  


Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ (Φιλοσοφική μέθοδο της Μεγαρικής Σχολής).


 Έλληνες φιλόσοφοι, που οι απεικονίσεις τους βρίσκονται σε πολλές Ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια μέχρι σήμερα.
                 Πηγή εικόνας: http://filostratos.pblogs.gr/2012/11/poios-einai-o-theos-twn-hristianwn.html




Η Διαλεκτική Φιλοσοφική Κίνηση (επιπροσθέτως και διαλεκτική μέθοδος ) είναι η διαδικασία όπου εκθέτονται φιλοσοφικά επιχειρήματα για την επίλυση μίας διαφοράς επί των εννοιών  και που έχει κεντρική σημασία στην Δυτική (ευρωπαϊκή) αλλά και την Ανατολική (περισσότερο ινδική) φιλοσοφία από την αρχαιότητα. 
Η λέξη ‘’διαλεκτικός’’, ή  ‘’διαλεκτική’’, είτε ‘’διαλεκτικό’’  προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα, που σημαίνει διεξάγω συζήτηση, και έγινε δημοφιλής από την Μεγαρική Σχολή καθώς επίσης αργότερα χρησιμοποιήθηκε και τον Πλάτωνα για τους διαλόγους του Σωκράτη που έγραψε. 
Σαν Διαλεκτική κίνηση είτε μέθοδος, εννοείται η συζήτηση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ανθρώπους που κατέχουν διαφορετικές απόψεις για ένα θέμα, και που επιθυμούν να πλησιάσουν την αλήθεια (ουσία) του θέματος, ώστε να την καθιερώσουν και να την καθοδηγήσουν (προς την ουσία) μέσω μίας αιτιολογημένης επιχειρηματολογίας. 
Ενώ, διαλεκτικοί φιλόσοφοι, αναφέρονται με αυτό το συγκεκριμένο όνομα (από τις αρχαίες πηγές, Διογένης Λαέρτιος κ.α.) μια ομάδα φιλοσόφων που συγκαταλέγονται μεταξύ των φιλοσόφων της Μεγαρικής Σχολής. Καθώς, όμως αυτοί ακολούθησαν την φιλοσοφική οδό της Διαλεκτικής διαμορφώνοντας έτσι μια ξεχωριστή κίνηση (αίρεση ή κάστα). Έδρασαν από τον 4ον π.Χ αιω. έως και τα μέσα του 2ου π.Χ αιω.
Ο όρος της διαλεκτικής δεν είναι συνώνυμος και δεν θα πρέπει να μπερδεύεται με τον όρο της ρητορικής, που είναι η μέθοδος της τέχνη του λόγου και που επιδιώκει να πείσει, να ενημερώσει, ή να παρακινήσει ένα ακροατήριο προς ένα σκοπό. Επίσης ο όρος της διαλεκτικής δεν είναι συνώνυμος ούτε και με τον όρο της συζήτησης. 
Η Διαλεκτική δεν εμφανίζει καμία συναισθηματική δέσμευση όπου είναι δυνατόν να θολώσει την ορθολογική κρίση.  Έτσι οι διαφορετικές απόψεις, θέσεις, αποδεικνύονται σωστές ή λάθος εφόσον τα αιτιολογημένα επιχειρήματα που τέθηκαν, μέσω της διαλεκτικής μεθόδου, οδήγησαν προς την ορθολογική σκέψη.  
Κύριο φιλοσοφικό ενδιαφέρον των φιλοσόφων (των προερχόμενων από τη Μεγαρική Σχολή), Κίνησης, ήταν τα επιτεύγματα της διαλεκτικής ικανότητας, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και επίλυσης των λογικών παραδόξων. Έκαναν επίσης αρκετά σημαντική την θετική συμβολή τους στην ανάπτυξη της προτασιακής λογικής. 
Σε μια πρόχειρη χρονολογική λίστα της Διαλεκτικής Κίνησης τα μέλη που μπορούν να συμπεριλήφθουν είναι: Ο Ευβουλίδης της Μιλήτου, ο Κλινομάχος των Θουρίων, ο Εύφαντος από τον Όλυνθο, ο Διονύσιος ο εκ Χαλκηδόνος, ο Διόδωρος ο Κρόνος, ο Στίλπων ο Μεγάρων, ο Ζήνων από το Κίτιον και ο Αριστείδης ο Αθηναίος που το έργο του θεωρείται πως είναι το πρώτο χρονικά κείμενο της Αθηναϊκής χριστιανικής φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται…

Βιβλιογραφία:
Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας, Αθήνα, Σύγχρονη εποχή, 2005 ISBN 960-224-986-2
Ελληνικά και λατινικά κείμενα.
Αλέξανδρος Αφροδισιάδα, Σχολιασμός «Πριν Analytics 1» του Αριστοτέλη, Μ. Wallies (επιμ.), CAG 4,6, Βερολίνο: Γ. Reimer, 1899.
Αριστοτέλης, κατηγορίες και όσον αφορά την ερμηνεία , Λ. Μίνιο-Paluello (επιμ.), Oxford: Oxford University Press, 1949.
Αριστοτέλης, Μεταφυσική , W. Jaeger (επιμ.), Oxford: Oxford University Press, 1957.
Boethius, Σχολιασμός του Αριστοτέλη «Περί Ερμηνείας» , δεύτερη έκδοση , Γ. Meiser (επιμ.), Λειψία 1880.
Κικέρων, οπίσθια και Πριν ακαδημαϊκοί , Plasberg Ο. (επιμ.), Λειψία 1922 (repr. Stuttgart 1966).
Κικέρων, την μαντεία, την τύχη, και Τίμαιος , Ax W. (επιμ.), Λειψία 1915 (repr. Stuttgart 1965).
Ο Διογένης ο Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων του , 2 vols. Μ. Marcovich (επιμ.), Στουτγκάρδη & Λειψία: BG Teubner, 1999.
Επίκτητος, Διατριβές και enchiridion , Η. Schenkl (επιμ.), Λειψία 1916.
Φιλόπονος, Σχολιασμός «Πριν Analytics» του Αριστοτέλη , Μ. Wallies (επιμ.) CAG 13,2, Βερολίνο: Γ. Reimer, 1905.
Πλούταρχος, Ηθικά , I-VII, WJ Paton, J. Wegehaupt, Μ. Pohlenz et. αϊ . (Επιμ.) Λειψία 1925-67.
Σέξτος ο Εμπειρικός, Έργων , Η. J. Mutschmann και Mau (επιμ.) Λειψία 1914-61.
Σιμπλίκιος, Σχολιασμός του Αριστοτέλη «Κατηγορίες» , Γ. Kalbfleisch (επιμ.) CAG 8, Βερολίνο: Γ. Reimer, 1907.
Χρυσόστομος Παπαδόπουλος. Η Εκκλησία της Αθήνας.
McKeon, R. (1954) «Διαλεκτική και Πολιτική Σκέψη και Δράση». Ηθική 65, Νο. 1: 1-33.
Postan, Μ. (1962) «Λειτουργία και Διαλεκτική στην Οικονομική Ιστορία," Η Οικονομική Επιθεώρηση Ιστορία, αρ. 3.
Gill, Mary Louise? Pellegrin, Pierre (2006), Ένας σύντροφος στην Αρχαία Φιλοσοφία , Blackwell

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΕΚ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ ( 320 π.Χ. )


Ο Διονύσιος της Χαλκηδόνας ήταν Έλληνας Διαλεκτικός φιλόσοφος που μαθήτευσε στην Μεγαρική φιλοσοφική Σχολή . Καταγόταν από την Μεγαρική αποικία της  Χαλκηδόνας στις ακτές της Βιθυνίας . Ο Διονύσιος ήταν εκείνος που για πρώτη φορά χρησιμοποίησε τον όρο διαλεκτικοί για να περιγράψει μια ομάδα θεωρημάτων όταν έγινε σχολάρχης της Μεγαρικής  Σχολής. Καθώς ένας τομέας δραστηριότητας των επιχειρημάτων τους ήταν σε μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων προς στην διαμόρφωση των ορισμών
Ο Αριστοτέλης μάλιστα επικρίνει έναν ορισμό (για τη ζωή), του Διονυσίου του Χαλκηδόνος αναφέροντας στα θέματα του :  ‘’Αυτό είναι, άλλωστε, το τι θα συμβεί με τον ορισμό του Διονύσιου (της ζωής ), όταν αναφέρεται ως κίνηση σε ένα πλάσμα που υπέστη τροφή, εκ γενετής παρόν με αυτό… "


Βιβλιογραφία:
Αριστοτέλης, Θέματα vi. 10
Διογένης ο Λαέρτιος, ii. 106 Στράβωνα, xii. 4. 9
Tiziano Dorandi, Κεφάλαιο 2: Χρονολόγιο , σε Algra et al. (1999) Η Ιστορία του Cambridge Ελληνιστική Φιλοσοφία , σελίδα 47. Cambridge.
"Dialectical School" entry in the Routledge Encyclopedia of Philosophy (1998)
http://en.wikipedia.org/wiki/Dionysius_of_Chalcedon

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Η ΜΕΓΑΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (1688-1835) ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΡΚΟΥ



Ξένη δημοσίευση 
Μελέτη της καθηγήτριας Αγγελικής Σύρκου.

Η ΜΕΓΑΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (1688-1835) ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΡΚΟΥ

Η γλώσσα, εκτός από μέσο επικοινωνίας, αποτελεί εργαλείο νόησης και σκέψης, αστείρευτο πεδίο δημιουργίας και καθορίζει τη δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων γιατί εμπεριέχει στοιχεία ισχύος. Επειδή οι γλωσσικές ιδιαιτερότητες δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες αλλά πάντοτε εμβαπτισμένες σε κοινωνικές αξίες, αποτελούν σημαντικό στοιχείο για την καταγραφή και κατανόηση κάθε πολιτισμού. Όπως κάθε αρχειακή συλλογή έτσι και η μεγαρική αποτελεί τον καθρέφτη της κοινωνίας και μάς επιτρέπει να γνωρίσουμε τις λειτουργίες της γλώσσας, να ερμηνεύσουμε τις κοινωνικές συμπεριφορές και να αναλύσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεγαρικής κοινωνίας, όπως οικονομία, κοινωνική διαστρωμάτωση, έθιμα, αντιλήψεις, ιστορία του τόπου, καθημερινή ζωή, όλες αυτές τις δραστηριότητες που συνιστούν τον πνευματικό και υλικό πολιτισμό μιας κοινωνίας.
Το μεγαρικό ιδίωμα μελετήθηκε μέσα από πρωτογενείς πηγές. Έγγραφα κατατεθειμένα στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, συμβόλαια και προικοσύμφωνα από τα αρχεία των Συμβολαιογράφων Παρασκευής Μακρυγιάννη (αρχεία των: Ιωάννου Πανούση, Μελετίου Λουκά και Ιωάννου Μυριαγκόπουλου) και Θωμά Μπέη (αρχείο: Περίανδρου Φιλιπόππουλου), έγγραφα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, από ιδιωτικά αρχεία Μεγαρέων καθώς και από συνεντεύξεις Μεγαρέων.
Τα έγγραφα αυτά μας αποκάλυψαν πολλές πτυχές του ντόπιου λαϊκού πολιτισμού που εν μέρει παραμένει άγνωστος μέχρι σήμερα. Έχει ενδιαφέρον να γνωρίσουμε πώς οι Μεγαρείς μέσα από τα μοιρολόγια (μερολόγια,) βίωναν το θάνατο, πώς ύμνησαν την αγάπη, ποιο ρόλο έπαιζαν οι κατάρες στη ζωή τους ή ποια ήταν η σχέση τους με τη θρησκεία.
Έγινε, λοιπόν, μια προσπάθεια καταγραφής του μεγαρικού ιδιώματος και ερμηνείας ενός μεγάλου μέρους των στοιχείων που συνθέτουν την κοινωνική ζωή των Μεγαρέων κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πρώτα χρόνια της σύστασης του ελληνικού κράτους, επειδή η διάσωση του ιδιώματος, που έχει συναισθηματική αξία για τους ντόπιους, συντελεί στην ενίσχυση της ταυτότητάς μας σήμερα, που οι τοπικές κοινωνίες κινδυνεύουν να χάσουν την ιδιαιτερότητά τους και να αδρανοποιήσουν τους μηχανισμούς άμυνάς τους.
Στη σημερινή πραγματικότητα στις εθνικές γλώσσες έχει διεισδύσει το ξένο στοιχείο, άλλοτε ως αποτέλεσμα ιδεολογικής καταπίεσης -πολιτικής, εθνικιστικής, θρησκευτικής- και άλλοτε ως άμεση συνέπεια της οικονομικής και τεχνολογικής προόδου που αντικατοπτρίζει τη μορφή των σύγχρονων κοινωνιών. Η ευρύτατη εκμάθηση και χρήση της αγγλικής γλώσσας σε παγκόσμια κλίμακα και ο ρόλος της ως lingua franca, γλώσσα επικοινωνίας, συντελεί στον εκούσιο παραγκωνισμό των λιγότερων διαδεδομένων γλωσσών και στην ταυτόχρονη με τη μητρική γλώσσα χρήση της. Η διάσωση, λοιπόν, των τοπικών γλωσσικών ιδιωμάτων και της γλωσσικής ποικιλομορφίας, η οποία συντέλεσε στην ενότητα της νέας ελληνικής γλώσσας1, συμβάλλει στην διατήρηση των αξιών και του κοινωνικού πολιτισμού μας.

                                                Το μεγαρικό γλωσσικό ιδίωμα

Το μεγαρικό ιδίωμα μοιάζει με αυτό της Κύμης, και των κωμοπόλεων της Ευβοίας, Αυλωνάρι και Κονίστρες, της Αίγινας και της Παλιάς Αθήνας.2 Και τα τέσσερα αυτά ιδιώματα, που στις μέρες μας σχεδόν έχουν ξεχαστεί, αποτελούσαν ελληνόφωνες νησίδες μέσα σε μια περιοχή με αλβανόφωνο πληθυσμό.3 Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης υποστηρίζει ότι τα ιδιώματα αυτά είχαν μεγαλύτερη έκταση και συνοχή μεταξύ τους, πριν εγκατασταθούν οι Αλβανοί στην Αττικοβοιωτία, στα νησιά του Σαρωνικού και τη νότια Εύβοια, που περιτριγύρισαν τα Μέγαρα και την Αθήνα με ξενόφωνα χωριά.4
Τα Μέγαρα έμειναν ‘πάντα μια μικρή ελληνόφωνη πολιτεία, όταν η γύρω περιοχή μιλούσε αρβανίτικα5’. Οι Μεγαρείς, που ως γεωργοί ήταν συντηρητικότατοι, ποτέ δε μίλησαν τα αρβανίτικα, αν και περιβάλλονταν από περιοχές (Περαχώρα, Αγίους Θεοδώρους, Βίλια, Κριεκούκι, Μάνδρα, Ελευσίνα, Σαλαμίνα) στις οποίες μιλούσαν τα αρβανίτικα.6 Και άλλοι μελετητές, όπως ο Γ. Τσεβάς7 και ο Αριστ. Κόλλιας8 συνηγορούν με την άποψη ότι οι Μεγαρείς δεν μιλούσαν τα αρβανίτικα.
Στην αρχαιότητα οι Μεγαρείς μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο, ενώ στη νεώτερη εποχή το ιδίωμά τους έμεινε αρκετά ΄συντηρητικό΄. Έχει αρχαιοπρεπές φωνητικό σύστημα και πολλά αρχαϊστικά στοιχεία στη μορφολογία και το λεξιλόγιο.9 Οι Μεγαρείς είχαν συνεχή επικοινωνία με τους Αθηναίους, γεγονός που εξηγεί τα πολλά κοινά χαρακτηριστικά του μεγαρικού ιδιώματος με το ιδίωμα που μιλούσαν οι Αθηναίοι πριν η Αθήνα γίνει πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους.10 Αν και το αθηναϊκό ιδίωμα εξέλιπε με την πάροδο των χρόνων, εμείς γνωρίζουμε κάποια τοπωνύμια και αρκετές λέξεις από μελετητές, όπως ο Δημ. Καμπούρογλου, που διατυπώνει την άποψη ότι το μεγαρικό γλωσσικό ιδίωμα έχει πολλά κοινά με το Αθηναϊκό.11

1 Βλ. Χρηστίδης (2001: 10).
2 Βλ. Χατζιδάκις (1915-1916: 2-7).
3Βλ. Κοντοσόπουλος (2001: 84).
4 Βλ. Τριανταφυλλίδης (1938: 240-241).
5 Βλ. σημ. 3, σελ. 86.
6Βλ. σημ. 2, σελ.1.
7 Βλ. Τσεβάς (1928: 136).
8 Βλ. Κόλλιας (1985: 133).
9 Βλ. σημ. 3, σελ. 86.
10 Βλ. σημ. 2.
11 Βλ. Καμπούρογλου (1922: 437).


                                                    1. Τα μεγαρικά έγγραφα*

Από τις πρωτογενείς πηγές που μελετήθηκαν θα αναφερθούμε κυρίως στην κατηγορία των δικαιοπρακτικών εγγράφων που χρονολογούνται από το 168812 έως το 1835. Πρόκειται για ένα σημαντικό αριθμό εγγράφων τα οποία με κληρονομική διαδοχή πέρασαν από γενιά σε γενιά και έχουν για τους κατόχους τους την συναισθηματική αξία ενός κληρονομιαίου αντικειμένου. Τα έγγραφα αυτά είναι ποικίλου μεγέθους, τα περισσότερα μονόφυλλα, και φέρουν φθορές από την υγρασία, το πέρασμα του χρόνου και την κακομεταχείριση. Είναι γραμμένα από μισογραμματισμένους13 λαϊκούς, ιερείς ή παιδαγωγούς που αναλάμβαναν το ρόλο του νοταρίου.14 Η γραφή τους είναι συχνά απεριποίητη και άτεχνη και οι γραφείς των εγγράφων συγχέουν τα γράμματα, αντιμεταθέτουν χαρακτήρες και χρησιμοποιούν τύπους του τοπικού ιδιώματος.15 Ο τύπος σύνταξης του δικαιοπρακτικών αυτών εγγράφων μας οδηγεί στην υστεροβυζαντινή εποχή. Η χρονολόγησή τους γίνεται με το σύστημα από Χριστού γεννήσεως.
Τα έγγραφα αυτά, κυρίως αγοραπωλησίες χωραφιών, ελαιοδέντρων, πεύκων, δωρεές, προικοσύμφωνα και διανομές γης, προερχόμενα από δώδεκα οικογενειακά αρχεία και δύο μοναστήρια16, αποτελούν μια ΄συλλογή΄ που εκτείνεται σε τρεις αιώνες. Μάς παρέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια και τα κίνητρά τους, για τους συμβιβασμούς, τις δωρεές, τη μεταβίβαση και διανομή της περιουσίας, τη προίκιση των παιδιών και τις ανάγκες ενός νέου σπιτικού. Όλα αυτά αποκαλύπτουν τις σχέσεις και τις εσωτερικές ρυθμίσεις που συγκροτούσαν το δίκτυο της συγγένειας αλλά και της κλειστής κοινότητας των Μεγάρων κατά τη χρονική στιγμή της καταγραφής. Παρουσιάζουν τις βαθμιαίες διαφοροποιήσεις των πρακτικών, όπως αντιστοιχούσαν στους μεταβαλλόμενους οικονομικούς και κοινωνικούς όρους ζωής17, για αυτό και αποτελούν σπάνια και δυσεύρετη πηγή της μεγαρικής ιστορίας.
Τα μεγαρικά έγγραφα κατά κανόνα, εκτός από τα προικοσύμφωνα, αρχίζουν με τη στερεότυπη φράση:
΄Διά της παρούσης ομολογίας και καλής αποδείξεως τὴν σήμερον φανερώνω και ομολογώ εγώ ο υποκάτωθεν γεγραμμένος… πως με καλὴν μου βούληση καὶ θελήσεώς μου επουλησα΄∙ λόγω της αναφοράς στης λέξης ομολογίας είναι γνωστά στην τοπική κοινωνία ως ΄ομολογίες΄. Άλλοτε αρχίζουν με τη φράση ΄Με το παρόν γράμμα φανερώνουμε και ομολογούμε΄ ή ΄Διά του παρόντος συμφωνητικού γράμματος δηλοποιούμε΄. Στη συνέχεια παρουσιάζουν λεπτομερώς την υπόθεση και στο τέλος αναφέρουν τις ρήτρες και τις εγγυήσεις για την εξασφάλιση των δικαιοπρακτούντων προσώπων μαζί με τις ιδιόχειρες υπογραφές των συντακτών και των μαρτύρων. Ως μάρτυρες στα συμβόλαια μάλλον προτιμούνταν αυτοί που γνώριζαν γράμματα ή οι μισογραμματισμένοι.
Στην πλειοψηφία των συμβολαίων τα δικαιοπρακτούντα πρόσωπα είναι οι άνδρες. Συναντάμε ελάχιστες γυναίκες, όπως τη Μαρία κόρη του Παναγιώτη Τζήκρη που στις 25.11.1824 πουλάει το προικώο της χωράφι στον Πανάγο Καλοζούμη, τη Μαρίνα Κλήνη που στις 25.06. 1799 αφιερώνει στη Μονή Αγίου Ιεροθέου την περιουσία της κινητή και ακίνητη, την Ζαφείρα Τήπος, γυναίκα του Μήτρου Βασιλάκη, που δανείζεται την 1.10.1777 χάριν φιλίας για ένα χρόνο από τον Γιάννη Αυγερινό και τον Αργυρό Αμουράτη τρία γρόσια και τριάντα έξι παράδες.
Το κάθε έγγραφο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια και είναι μοναδικό ως ιστορική πηγή και προσθέτει τα δικά του στοιχεία στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής του. Στην παρούσα μελέτη θα σχολιάσουμε τα έγγραφα εκείνα που είτε είναι σπανιότερα είτε παρουσιάζουν λόγω των λεπτομερειών τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον.


*Διατηρείται η γραφή των εγγράφων στα τοπωνύμια, στα ονοματεπώνυμα και καθώς στα αποσπάσματα που έχουν συμπεριληφθεί.

Το αρχαιότερο έγγραφο χρονολογείται στις 5.04.1688 και είναι ένα συμφωνητικό εργασιών για επισκευές σε μοναστήρι από το οικογενειακό αρχείο Κουλουριώτη.
13 Βλ. σημ. 4, σελ. 14.
14 Ο νοτάριος ήταν ο σημερινός συμβολαιογράφος με κάποιες επί πλέον αρμοδιότητες που τους ανέθεταν οι κατά τόπους άρχοντες των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων. Συνήθως ήταν εγγράμματοι που γνώριζαν την τυπολογία των εγγράφων και απήλαυναν της εμπιστοσύνης του κοινού. Για το ρόλο των νοταρίων επίσης βλ. Τσελίκας (1986: 179, σημ. 39).
15 Βλ. Τσελίκας (2000: 12).
16 Τα έγγραφα που αφορούν τη ζωή των μοναστηριών Αγίου Ιωάννου Μακρινού (Φ. 57) και Αγίου Ιεροθέου ή Κυπαρίσσι (Φ. 56) προέρχονται από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
17 Βλ. Σκαυδή (2008: 11).


                                                  2. Αγοραπωλησίες

Η προς πώληση περιουσία ήταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα τα χωράφια και τα ελαιόδεντρα (δεντρά), γιατί η μεγαρική οικονομία ήταν καθαρά γεωργική18 τουλάχιστον κατά τους τελευταίους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και τα Μέγαρα βρίσκονταν πολύ κοντά στη θάλασσα, ο φόβος των κάθε λογής πειρατικών επιδρομών19 περιόρισε τους Μεγαρείς στα στενά όρια της πόλης τους και στους δύο λόφους και τους αποθάρρυνε από την ενασχόλησή τους με την αλιεία ή το εμπόριο.
Από το πλήθος των πωλητηρίων της ΄μεγαρικής συλλογής΄ ενδιαφέρον παρουσιάζει το πωλητήριο χωραφιού (28.1.1787) όπου ο πωλητής, που έχει στην κατοχή του τέσσερα στρέμματα χωράφι (ρουμάνι= ακαλλιέργητο), το πουλάει στον Νικολό Παπαδημήτρη δίνοντάς του στο χέρι το συμβόλαιο (΄και του δινο το ταπι ης τα χερηα του΄)20 μέσω του παρευρισκόμενου Τούρκου αξιωματούχου Χασάν Αγά Ζαμπήτι21. Επίσης στις 28.10.1740 οι κάτοικοι και οι προεστοί του Μαζίου, χωριού που βρίσκεται βορειοδυτικά των Μεγάρων, πούλησαν ένα χωράφι τους στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Μακρινού. Στις 21. 09. 1738 τα χρέη ανάγκασαν τη Μάρω, γυναίκα του Μήτρου Κόλια, μετά το θάνατο του συζύγου της να πουλήσει το χωράφι της στο Αλεποχώρι στο ίδιο Μοναστήρι.
Τα πωλητήρια των οικιών ή άλλων κτισμάτων είναι σπάνια. Ένα από αυτά είναι του Χακή Πανούση που στις 07.11.1820 πουλάει στον ανιψιό του το μερίδιό του από το σπίτι του για 25 γρόσια. Στις 24.09.1743 τα παιδιά του Θανάση Κόκαλη πουλάνε στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου, αφού πήγαν στον ηγούμενο της Μονής παρακαλώντας (‘με πολι παρακαλεσι’) τον πατρογονικό τους μύλο για 35 γρόσια.
Τα πεύκα αποτελούσαν ιδιωτική περιουσία, όπως μαρτυρούν τα έγγραφά μας. Έτσι στις 7.03.1819 ο Παναγιώτης Αποστόλης πουλά τα πεύκα που είχε στην κατοχή του στην ευρύτερη περιοχή του Μαζίου για 40 γρόσια στο Νικολό Γκούμα.
Στα πλαίσια των αγοραπωλησιών εντάσσονται και οι ανταλλαγές. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανταλλαγή μιας οικίας με γάιδαρο. Τα ζώα, όπως σε κάθε αγροτική κοινωνία, αποτελούσαν σημαντικό βοηθό του ανθρώπου είτε για την καλλιέργεια του χωραφιού είτε για τη μεταφορά προϊόντων και ως εκ τούτου είχαν μεγάλη αξία για το κάτοχό τους. Έτσι θα δούμε στις 4.10.1816 το Θανάση Κιοκαλή να ανταλλάσσει με το Γιάννη Τζινούπη μια γαϊδούρα με τὴν μπούρα22 για ένα στρέμμα χωράφι και τρία ελαιόδεντρα. Μια άλλη ενδιαφέρουσα ανταλλαγή οικίας με χωράφι που γίνεται στις 19.1.1820. (αρχείο Κουλουριώτη) επιβεβαιώνει τη μεγάλη αξία της γης σε μια εποχή που αποτελούσε την μοναδική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους μιας αγροτικής περιοχής. Επίσης ο Σπύρος Κομπής ανταλλάσσει με το Μήτρο Αυγουστή το χωράφι του για ένα σπίτι που βρισκόταν δίπλα στο δικό του. Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση ανταλλαγής είναι αυτή του παπά Δημήτρη Μαρκάκη, που στις 25.02.1804 ανταλλάσσει με τον Σπυρίδωνα Πανδελαίο πέντε οργιές χωράφι έναντι τεσσάρων οργιών και πληρώνει επιπλέον είκοσι γρόσια. Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί και η ανταλλαγή που έγινε στις 10.05.1766 κατά την οποία ο Παναγιώτης Πεναρδής ανταλλάσσει με τον Γιωργάκη Ωγερινό το παλιό του αλώνι με χωράφι.23
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός της μεγάλης κατάτμησης της καλλιεργήσιμης γης στη μεγαρική κοινωνία. Συχνά γινόταν με τέτοιο τρόπο που άλλος κληρονόμος κληρονομούσε τη γη και άλλος τα ελαιόδεντρα. Έτσι είναι συχνό το φαινόμενο ελαιόδεντρα ενός ιδιοκτήτη να βρίσκονται σε ξένη ιδιοκτησία, όπως στην περίπτωση του Νικολού Παπαδημήτρη, που πουλάει στα παιδιά του Θανάση ένα ελαιόδεντρο (δεντρό) που βρίσκεται μέσα στο χωράφι τους. Ο Νικολός Παπαλαμπριανός, επίσης, πουλάει στις 10.02.1823 στα παιδιά του Θανάση ένα ελαιόδεντρο που βρίσκεται μέσα στο χωράφι τους.


18 Οι Άγγλοι περιηγητές που επισκέφτηκαν τα Μέγαρα επιβεβαιώνουν τον αγροτικό χαρακτήρα της μεγαρικής οικονομίας, βλ. Γκίνης (1987: 41, 50, 75).
19 Βλ. σημ. 18, σελ. 50, και 52.
20 ‘1202 ∙ Μεγαρα - :Ιουναριου 28 2/Τιν σιμερον ηρθανε ο Νικολος του Παπαδημιτρη οπου/3εχει ης την Κοκηναρεα τεσερα στρεματα χορα/4φι ρουμανη εγο ο Χασάν Αγάς Ζαμπήτις ο/5που βρισκομαι την σιμερον ης τα Μεγαρα και να/6 ηνε απιραχτος να μην εχι κανις εξουσια να τον/7 εσπρωξι κατά το ταπι’.
21 Ζαμπίτης, ο: Τούρκος αξιωματούχος με διοικητικά καθήκοντα, αστυνομικός διευθυντής και βοηθός εφόρου βακουφίων, βλ. Γιαγκουλής (2003).

                                                               3. Δάνεια

Η σύναψη δανείων ανάμεσα σε πολίτες, συγγενείς ή μη, αποτελούσε πάγια τακτική για την αντιμετώπιση των αναγκών, τακτικών, όπως καλλιέργεια της γης, ή εκτάκτων, όπως γάμων. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα δάνεια της ΄μεγαρικής συλλογής΄ δεν αναφέρονται τόκοι, όπως και σε πολλά παπυρικά έγγραφα του 5ου και 6ου μ.Χ. αιώνα, περιπτώσεις για τις οποίες ο P. Pestman24 λέει ότι ίσως ο δανειστής στην πραγματικότητα είχε λάβει λιγότερα χρήματα από αυτά που ομολογεί ότι έλαβε και έτσι ο τόκος συμπεριλαμβανόταν στο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ποσό. Ο τόκος, το λεγόμενο και ‘διάφορο’, κατά κανόνα σε όλες τις εποχές ήταν 1 στα 10, και ίσως ήταν αυτονόητη η μη αναφορά του.25 Στις 20.08.1819 ο Δημήτρης Σταυράκης δανείστηκε από τα παιδιά του Θανάση Καλοζούμη 416 γρόσια για οκτώ μήνες. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι μοναχοί της Μονής του Αγίου Ιεροθέου τους ανάγκασαν στις 15.04.1801 να συνάψουν δάνειο 50 ριαλίων διάρκειας 6 μηνών από τον Αναγνώστη Καλοζούμη. Την 1.10.1777 η Ζαφείρα Τήπος, γυναίκα του Μήτρου Βασιλάκη, δανείζεται χάριν φιλίας για ένα χρόνο από τον Γιάννη Αυγερινό και τον Αργυρό Αμουράτη τρία γρόσια και τριάντα έξι παράδες.
Για την αποπληρωμή του χρέους συχνά ο οφειλέτης πουλά στο δανειστή του μέρος της περιουσίας του. Έτσι 6.08.1817 ο Γιάννης Παπαλαζάρου πούλησε μέρος από το χωράφι του στο Θανάση Καλοζούμη λόγω του χρέους του προς αυτόν. Επίσης ο Αναγνώστης, ο πατέρας του Δημήτρη Σταυράκη, στις 2.07.1809 πιεζόμενος ασφυκτικά26 από τον δανειστή του, Καλαμούτη, του πουλά, για να εξοφλήσει το χρέος του, δύο στρέμματα χωράφι και τρία ελαιόδεντρά του για εκατό ριάλια.


22 Η μπούρα πρέπει να είναι το πουλάρι της γαϊδούρας, βλ. κώδικα Πούλου, αρ. 101, σελ. 128 –‘γαϊδούρα με το πουλάρι της’.
23 ‘Εγο ω Πα/4ναγιότις Πεναρδις πό την σιμερόν ηλάξα/5με με τον Γιοργακι Ωγερινο κ(αι) του έ/6δοσα: το αλόνι το παλέω, όπου έχο, κ(αι)/ 7μου έδοκαι στι <σ>τράτα όπου πάγι στιν Τρου/8πα και στο χοραφη του Πεναρδι Γιόρ/9γος, Πλαβλις ανατολικα και Βορδιδες/10 δισικα, και στον Ωγε{βε}ρινο σινμλια/11στις Aρφανιδες δισικα. Και εμις τα/12διο μαίρη εχαριστιθικαμε’.
24 Βλ. Pestman (1971: 26).


                                        4. Θρησκεία και κοινωνία

Η θέση της θρησκείας στο βίο των ανθρώπων υπήρξε σε κάθε εποχή σημαντική. Σε περιόδους ιδιαίτερης δυσκολίας, όπως ήταν η Οθωμανική εποχή, ήταν ακόμα σημαντικότερη. Ο άνθρωπος αναζητούσε παρηγοριά και καταφύγιο στην ιεροσύνη ή το μοναχικό βίο. Για την είσοδό του όμως στο ιερατικό αξίωμα ήταν αναγκαίες οι αποδείξεις της αξιοσύνης του.27 Έτσι ο κατά κόσμον Δημήτριος με τη συγκατάθεση του πνευματικού του πατέρα Δαμασκηνού εισέρχεται στην ιεροσύνη στις 13.08.1790.
Σε κάθε εποχή είναι συχνές οι αφιερώσεις ή οι δωρεές προς τα μοναστήρια συνήθως για τη σωτηρία της ψυχής των δωρητών. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του γερό Μιχάλη Γαλάνη που στις 7.10.1765 δώρισε στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου, Κυπαρίσσι, ‘για τη σωτηρία της ψυχής του και την άφεση των αμαρτιών του’, δύο χωράφια, το ένα, τέσσερα στρέμματα, με δέντρα άγρια και ήμερα βρισκόμενο στη θέση Τούτουλη και το άλλο, επτά στρέμματα, επίσης με άγρια και ήμερα δέντρα βρισκόμενο στη θέση Καμάρα. Στις 8.03.1741 οι προεστοί, μικροί και μεγάλοι, των Μεγάρων (‘προεστη μηκρι κ(αι) μεγάλλι του χώριου Μεγάρα’) δώρισαν στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου μερικά χωράφια. Επίσης στις 13.01.1810 ο Γιάννης της κυρά Νένας αφιέρωσε το χωράφι που είχε στην Πήκα στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου και στις 16.03.1792 ο Γιαννάκης Κούνος αφιέρωσε ένα μέρος του αμπελιού του στη Μονή του Αγίου Ιεροθέου. Για τη σωτηρία της ψυχής τους, όπως αναφέρουν, οι Μπεναρδήδες, οι Δημογλήδες, οι Νικοληζηάδες, οι Πηλήληδες και ο Αναστάσης Βόρδος αφιερώνουν στην ίδια Μονή έξη ελαιόδεντρα. Μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της Μαρίνας Κλήνη που στις 25.06. 1799 αφιερώνει στην ίδια Μονή ένα σπίτι, μυγδαλιές, αχλαδιές και επτά δέντρα με το ανάλογο χωράφι καθώς και οικιακά σκεύη. Η δωρήτρια στο τέλος του εγγράφου καταριέται όποιον προσπαθήσει να καταπατήσει τα παραπάνω ακίνητα και δεν σεβαστεί την επιθυμίας της. Στις 26.04.1736 ο Γιάννης Μπόρας, επειδή είναι τυφλός και ανίκανος να αυτοσυντηρηθεί, αφιερώνει, ΄προσηλώνει΄, στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Μακρινού όλα του τα υπάρχοντα, ζώα, εργαλεία, χωράφια, ελαιόδεντρα, αχλαδιές, πεύκα, σπίτι και αλώνι, με τον όρο να τον συντηρούν, όσο είναι εν ζωή, και να τον μνημονεύουν, όταν πεθάνει. Μια άλλη περίπτωση αφιέρωσης στο Μοναστήρι του Προδρόμου, Αγίου Ιωάννου Μακρινού, είναι αυτή του Γιώργου28 που στις 21.02.1752 αφιερώνει στο εν λόγω Μοναστήρι όλη του την περιουσία, κινητή και ακίνητη, γιατί επέλεξε τη μονή αυτή για τόπο της μετάνοιάς του και έγινε καλόγερος. Δηλώνει δε ότι, αν πεθάνει, υπόχρεος να εξοφλήσει το χρέος του, τέσσερα ριάλια, προς τον μπακάλη είναι ο ηγούμενος του μοναστηρίου. Μια ακόμα περίπτωση αφιέρωσης περιουσίας στο ίδιο Μοναστήρι είναι αυτή του Αναστάση Πούρα που γίνεται μοναχός και στις 29.04.1809 αφιερώνει τα 128 γίδια του με την προϋπόθεση να εξοφλήσει πρώτα τα χρέη του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δωρεές προς τους ιερείς, όπως αυτή του Μιχάλη Πανταζή προς τον παπά Δημήτρη Μαρκάκη. Ο δωρητής δωρίζει στον εν λόγω ιερέα ενάμιση στρέμμα χωράφι και ένα νέο ελαιόδεντρο (αργουλαίο) για να τον μνημονεύει ‘ανιφέρνι’ από την ημέρα του συμβολαίου και εξής. Επίσης στις 7.01.1792 ο Σταμάτης Τώσκουρης δωρίζει στον παπά Δημήτρη, κατά κόσμον Γιάννη Αυγερινό, δύο ελαιόδεντρα, το ένα για να τους μνημονεύει (προφανώς τον ίδιο και τη γυναίκα του) και το άλλο για να ένα σαρανταλείτουργο.29


25 Πρέπει να επισημάνουμε ότι πρόκειται για δάνειο μεταξύ ατόμων χωρίς εμπορικό χαρακτήρα. Το 10% μπορούσε να αυξηθεί σε 12% και 15% ανάλογα με τη ρευστότητα χρήματος κατά εποχή και περιοχή. Το 10% παρέμενε πάντως η βάση. Αναφέρουμε δύο παραδείγματα συμβάσεων με 10% τόκο η καταβολή του οποίου γινόταν μαζί με την αποπληρωμή του δανείου και όχι πριν: Δάνειο στην Αθήνα το 1832, βλ. Γεωργίου Α. Πετρόπουλου, Ο κώδιξ του νοταρίου Αθηνών Παναγή Πούλου, Αθήναι 1957, αρ. 793, σελ. 588 και Δάνειο στην Πάτρα 1836, βλ. Τσελίκας (2000) αρ. 255, σελ. 266.
26 ‘με το να εχροσταγε/7 ασπρα του Καλαμουτη χρεγι και/8 με εσφηξε δηα το χρεγι του’.
27 ‘καὶ τὰ βάθη τῆς καρδίας αὐτοῦ ἀκριβῶς ἐρευνήσας μὴδὲν εὗρον/4 ἐναυτῷ τὸ κολ(λ)εῖον27 κατὰ τὴν ἐν Χ(ριστῷ) ἐξομολόγησιν∙ μαρτύρομεν/5 αὐτὸν ἄξιον ὄντα, καὶ τέλειον κατὰ τὴν ἡλικίαν ὡς ἀπαιτεῖ τῶν θεί/6 ων κανόνων ἡ ἀκρίβεια∙ ὅθεν εἰς τὴν περι τούτου δήλωσιν,/7 ἐδωθη αὐτῷ ἡ παροῦσα ἀπόδειξις:- 1790: Αὐγούστου 13’.


                                                          5. Γονικές παροχές

Η οικογενειακή περιουσία εκτός από την οικονομική στήριξη και ασφάλεια στα μέλη της οικογένειας συχνά αποτελούσε σοβαρή αιτία διενέξεων και προβλημάτων. Για αυτό ο πατέρας, ο διαχειριστής της περιουσίας, φρόντιζε να την μοιράσει στους απογόνους του με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίσει την αγάπη και την ενότητα της οικογένειας μετά το θάνατό του. Έτσι ο Θανάσης Πλαταράς στις 1.09.1810 μοιράζει με κλήρο ‘σκάρφη’ στις τέσσερις θυγατέρες του, Μαρδίκια, Καλομοίρα, Γαρεφαλιά και Φλωρού, τα σπίτια του30, το λιατρίβι (ελαιοτριβείο) και τον αχυρώνα δίνοντας την ευχή του αλλά και ζητώντας να μην ζητήσει τίποτε η μία από την άλλη και να είναι αγαπημένες σύμφωνα με το χριστιανικό νόμο.31


28 Δεν αναφέρεται το επώνυμό του στο έγγραφο.
29 ‘τω ένα δια να μας ανιφέρνι τι ψη/7χες και τω αλο δια ένα σαραταρι΄
30 Τα Μέγαρα στο τέλος του 18ου αιώνα είχαν περίπου χίλια σπίτια από τα οποία τα εξακόσια κατοικούνταν και πολύ λίγα ήταν ευπρεπισμένα. Τα σπίτια των Μεγαρέων ήταν φτιαγμένα από φτηνά υλικά, με χαμηλές επίπεδες σκεπές και πολύ χαμηλές πόρτες για να μην μετατρέπουν τα σπίτια τους σε στάβλους οι Τούρκοι που χρησιμοποιούσαν τα Μέγαρα ως ενδιάμεσο σταθμό στο ταξίδι τους προς την Κόρινθο, βλ. σημ. 18, σελ. 64 και 71.


                                           6. Διαπροσωπικές σχέσεις

Όταν οι Έλληνες αδυνατούσαν να επιλύσουν τις μεταξύ τους διαφορές, για την
διευθέτησή τους κατέφευγαν στον Τούρκο διοικητή ΄ενδοξότατο Μπέη εφέντη΄ που
έδρευε στην Κόρινθο. Στις 12.02.1786 η Λασκαρού, ο Βασίλης Αρφανός και ο Γιάννης
Μπεναρδής, επειδή, όπως ομολογούν, ΄μαλώνανε΄ μεταξύ τους, ζήτησαν την κρίση από
τον ΄ενδοξότατον Μπεκυρμπαῒ ἐφέντι καὶ Νουριμπεῒ ἐφέντι΄, ο οποίος τους μοιράζει
δίκαια την περιουσία και τους συμβιβάζει. Μάρτυρες στη διαιτησία αυτή αναφέρονται
οι αγάδες που παραβρέθηκαν στην κρίση. Είναι ενδιαφέρον ότι οι ερίζοντες για την
περιούσια προσφεύγουν στην κρίση του Τούρκου διοικητή και όχι στον οικείο
μητροπολίτη που είχε επίσης αυτό το δικαίωμα. Στις 30.11.1835 η Σταμάτα σύζυγος του Αναγνώστη Γκίνη, επίτροπος και κηδεμόνας της ανήλικης κόρης της, καλεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων τον αδελφό του αποθανόντος συζύγου της να επιστρέψει στην κόρη της, νόμιμη κληρονόμο, την περιουσία που ο εγκαλούμενος είχε οικειοποιηθεί. Στις 5.02.1828 με
την πράξη που ονομάζεται ΄μαρτυρικόν΄ η Φλωρού Νικολήνα παίρνει ως κληρονομικό
δικαίωμα τα ρούχα της αποθανούσης θυγατέρας της. Στις 30.08.1788 ο ψυχογιός του Γιάννη Αρφανού, Νικολός, με ευχαρίστηση32 παραιτείται από την πατρική του περιουσία, αφού έλαβε από τα αδέλφια του το αναλογούν σε εκείνον μερίδιο σε χωράφια, ελαιόδεντρα και σπίτια. Υπόσχεται δε ότι δεν θα εγείρει στο μέλλον καμία αξίωση επί της πατρικής περιουσίας∙ σε αντίθετη περίπτωση θα πληρώσει πενήντα γρόσια στον Οσμαΐδη, Τούρκο διοικητή που εδρεύει
στην Κόρινθο, και θα τιμωρηθεί από τον Μπέη εφέντη.

                                                     7. Ο γάμος

Τα Μέγαρα αποτελούσαν πάντα μια μικρή ελληνόφωνη πολιτεία33, μια νησίδα, γύρω από την οποία οι άλλες περιοχές μιλούσαν αρβανίτικα. Επιπλέον οι Μεγαρείς, που ήταν συντηρητικότατοι, ήταν οικονομικά αυτάρκεις, μια και η καλλιέργεια της γης τους
απέδιδε αρκετό σιτάρι ακόμα και για να κάνουν εξαγωγές34. Οι παραπάνω λόγοι συντέλεσαν στην εσωστρέφεια των Μεγαρέων που εκφράστηκε με πολλούς τρόπους αλλά κυρίως με τη σύναψη γάμων μόνο μέσα από την ίδια τους την κοινότητα/πόλη. Το προικοσύμφωνο αποτελούσε το οριστικό συμβόλαιο μεταξύ των δύο μερών και συντασσόταν τις παραμονές του γάμου, συνήθως την Πέμπτη. Κατά την πρώτη συνάντηση των μελλονύμφων, όταν ΄έδιναν λόγο΄, συντασσόταν ένα προσύμφωνο, που ονομαζόταν ξωφύλλι35, με την προίκα -κινητή και ακίνητη- που υποσχόταν ο πατέρας της νύφης στον γαμπρό. Το ξωφύλλι, ως προγαμιαίο συμφωνητικό, είχε την εγκυρότητα επίσημου συμβολαίου σε περιπτώσεις απώλειας του προικοσύμφωνου.
Τα προικοσύμφωνα κατά κανόνα αρχίζουν με τη στερεότυπη φράση: ‘Εις το ὄνομα του πατρὸς καὶ τοὺ Υιοὺ καὶ του Αγίου Πνεύματος τὴς υπεβλογημένης ἐνδόξου Δεσποίνης ημὼν Θεοτόκου καὶ αει Παρθένου Μαρίας των Αγίων ενδόξων θεοστέπτων βασιλέων καὶ ισαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ελένης του Αγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου καὶ πάντων των Αγίων αμήν΄. Στη συνέχεια ανέφεραν τα στοιχεία των μελλονύμφων και ακολουθούσε μια καταγραφή των πραγμάτων, με τη μορφή καταλόγου, που δίνονταν προίκα. Προτασσόταν η κινητή περιουσία, σκεύη για τον εξοπλισμό του νοικοκυριού (τηγάνια, τυροτρίφτα, κουτάλες, τετζερές, πυροστιά, σούβλα), χαλιά και λευκά είδη (αντρομίδες, στρώσεις, παπλώματα, προσκεφαλάδες), ενδυμασίες για τη νύφη (ζιπούνια, μαντήλες της κεφαλής, μπόλιες, κοντοζίπουνα, φουστάνια) και το γαμπρό (αλλαξιά, πουκάμισα), κοσμήματα (σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, γύρω του λαιμού, μπερμπελούδες)36, είδη αναγκαία για την καθημερινή τους ζωή (ταγάρια, σάκοι), ζώα (συνήθως γελάδα) και στο τέλος κατέγραφαν την ακίνητη περιουσία, χωράφια, ελαιόδεντρα, χαρουπιές και σπανιότατα αμπέλια ή σπίτια. Η υπογραφή των συμβαλλομένων δεν ήταν αναγκαία, ίσως λόγω της επικρατούσας αγραμματοσύνης αλλά μόνο του νοταρίου και των μαρτύρων. Τα προικοσύμφωνα μας επιβεβαιώνουν την καθαρά αγροτική μορφή της μεγαρικής κοινωνίας και καθρεφτίζουν την οικονομική κατάσταση της οικογένειας.
35 Αναφορά στο ξωφύλλι γίνεται και σε άλλες πηγές: 'Την προικίζει η μήτηρ αυτής και ο υιός της Χρίστος κατά το ξωφύλλι, όπου έχει κάμει ο πατέρας ζώντας', Αθήνα, παλαιοτ. κώδιξ Π. Πούλου 82,3. ΄Αι δε εμπειρότεροι περί τας από τα μικρά χαρτιά - η τριάρα, η τεσσάρα, η πεντάρα και η εξάρα - της τράπουλας λέγεται ξωφύλλα (η). Στην Πελοπόνησσο ξωφύλλες (οι) λέγονται στο παιχνίδι 'σκαμπίλι' τα άνευ αξίας χαρτιά -δέκα, εννέα, οκτώ- όταν δεν είναι 'κόζι', 'ο καημένος όλο ξωφύλλες μου δίνει', Βλαστός (1933). Μια ενδιαφέρουσα άποψη για την ορθογραφία της λέξης ξωφύλλι εκφράστηκε από τον Αγαμέμνονα Τσελίκα που θεωρεί ότι πρέπει να γραφτεί ξωφήλι ή ξωφείλι, (δηλ. από τη λέξη εξώφληση) επειδή, όταν ο γαμπρός παρελάμβανε την προίκα, αντιστοιχούσε τα περιεχόμενα του προικοσυμφώνου με αυτά του ξωφηλίου και έτσι εξωφλείτο η προίκα. Εφόσον η προίκα είχε εξωφληθεί το ξωφήλι πλέον δεν είχε ιδιαίτερη αξία.


31 ‘τὰδοσα μὲ τὴν εὐχὴν του ὁ πατέρας τους /15 κ(αι) νὰ μὴν ἔχη καμία ἀπὸ δαύτες τῖς
σιχατέρες νὰ γυ/16 ρέψη μία μὲ τὴν ἄλλην τίποτας ὅτι τοὺς δίδη ὁ πατέρας τους /17
τὴν καθήραν τους κατὰ τὸν χριστιανηκόν νόμον’. 
32 ‘και εὐχαριστη<θη>κα με καλήν μου ψυχή και καρδήα/11 και άπο την σίμερον εἴς το ἐξής να μην ἔχο ναν της ἐ/12 πηραξο ἀπο τρίχα εἴς βελόνη’.
33 Βλ. σημ. 3, σελ. 86.
34 Βλ. σημ. 18, σελ. 41.
35 Βλ. Σύρκου (2006: 95-96).
35 Βλ. Χαραλαμπάκης (2001: 121).
35 Βλ. Τζαβάρα (1986: 24).
35 Βλ. Bourdieu (1972: 1105-1127) 'παραδόσεις προσεκαλούντο να δώσωσι τας σχετικάς προς καταρτισμόν του ξωφυλλίου οδηγίας', Φουρίκης, (1978), 'Η εισοδεία των άνωθεν δέντρων και αμπελίου ν΄ αγροικόνται του γαμπρού για τα ρούχα όπου του λείπουν κατά το ξωφύλλι τους', Καμπούρογλου, Μνημεία (1891-1892). Στη Συληβρία της Θράκης ένα από τα μικρά χαρτιά - η τριάρα, η τεσσάρα, η πεντάρα και η εξάρα - της τράπουλας λέγεται ξωφύλλα (η). Στην Πελοπόννησο ξωφύλλες (οι) λέγονται στο παιχνίδι 'σκαμπίλι' τα άνευ αξίας χαρτιά -δέκα, εννέα, οκτώ- όταν δεν είναι 'κόζι', 'ο καημένος όλο ξωφύλλες μου δίνει', Βλαστός (1933). Μια ενδιαφέρουσα άποψη για την ορθογραφία της λέξης ξωφύλλι εκφράστηκε από τον Αγαμέμνονα Τσελίκα που θεωρεί ότι πρέπει να γραφτεί ξωφήλι ή ξωφείλι, (δηλ. από τη λέξη εξώφληση) επειδή, όταν ο γαμπρός παρελάμβανε την προίκα, αντιστοιχούσε τα περιεχόμενα του προικοσυμφώνου με αυτά του ξωφηλίου και έτσι εξωφλείτο η προίκα. Εφόσον η προίκα είχε εξωφληθεί το ξωφήλι πλέον δεν είχε ιδιαίτερη αξία.
36 Βλ. Σύρκου (2006: 95-96).

                                                                8. Τοπωνύμια

Η μελέτη των τοπωνυμίων έχει μεγάλη σημασία για τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου, γιατί τα τοπωνύμια αποτελούν ανεξίτηλες μαρτυρίες από τις οποίες προκύπτουν ποικίλα εθνολογικά, γλωσσικά, ιστορικά, κοινωνικά, λαογραφικά, ανθρωπολογικά και πολιτιστικά στοιχεία.37
Η αγροτική μεγαρική κοινωνία εμφανίζει μια τέτοια συνοχή, που κατά κάποιο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί ως κλειστό σύστημα. Σε τέτοιες μικρές και κλειστές κοινωνίες ΄κοινωνίες πρόσωπο με πρόσωπο’ είναι οι σχέσεις συγγένειας, αγχιστείας, γειτονίας, κουμπαριάς, που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων με κύρια αναφορά τον οικογενειακό δεσμό.38 Τα Μέγαρα ανήκουν στις κοινωνίες που ο P. Bourdieu39 ονομάζει ‘κοινωνίες με σχεδόν τέλεια διαγνωριμία (interconnaissance), όπου όλα τα άτομα είναι κύρια ονόματα και όλες οι καταστάσεις ‘κοινοί τόποι’. Σε αυτές λοιπόν τις κοινωνίες δεν είναι μόνον όλα τα άτομα κύρια ονόματα, αλλά και όλοι οι τόποι.
Το πλούσιο τοπωνυμικό σύστημα των Μεγαρέων, κοινός τόπος40, δηλαδή γνωστό σε όλους, φαίνεται ότι μπορεί να ενταχτεί κυρίως σε δύο κατηγορίες, στη φύση, που περιλαμβάνει το τοπίο και ό,τι βρίσκεται πάνω σε αυτό, και στον πολιτισμό, που περιλαμβάνει τα ανθρώπινα δημιουργήματα και τη θρησκευτική πίστη.
Περισσότερα από εξακόσια τοπωνύμια της ευρύτερης αγροτικής περιοχής των Μεγάρων έχουν καταγραφεί.41 Οι Μεγαρείς ονόμαζαν τις περιοχές από τις οικογενειακές ιδιοκτησίες, ΄Βόρδου Δεντρά΄, ΄Γκέλη το Περιβόλι΄, από τις επαγγελματικές δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα στη συγκεκριμένη περιοχή, ΄ο Μύλος΄, ΄Ντόμπρου το Καμίνι΄, από τη μορφολογία του εδάφους, ΄Πηλός΄, ΄Παλιό Χώμα΄, ΄Ένα Λιθάρι’, ΄Τρούπια Σπηλέα΄, ΄Καμάρας το Ρέμα΄ ή ΄Μεγάλο Ρέμα΄, ΄Σπηλιές ΄Κουρμουλοί΄, ΄Πλακούρα Μπερδελή΄, Κόκκινο λιθάρι, ‘Σπηλιές’, από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χλωρίδας, ΄Αρμύρες΄, από την ύπαρξη του νερού που ήταν σπάνιο στην άνυδρη μεγαρική γη, ‘Καταρράκτης’, Ρους΄, ΄Νεριτζίλαινα΄, ακόμα και από τα παρανόμια, ΄Ραπανούς Αραδαρές΄. Η επινοητικότητα των Μεγαρέων σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες δοξασίες και αφηγήσεις δημιούργησε ενδιαφέροντα τοπωνύμια, όπως ΄της Αλεπούς το Δεντρό΄, ΄της Καλογριάς το Πήδημα΄, ΄Κουρούνας το Ρέμα΄, ΄Μαμμής το Πάπλωμα΄, ΄Πισώστομος΄.
Η τοπωνυμική ονοματολογία εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν και βίωσαν τις σχέσεις τους με τη φύση ή με το τοπίο, συγχρόνως όμως φέρει και τα ίχνη της ιστορικής και ανθρώπινης δραστηριότητας. Η κατονομασία ενός τόπου, η απόδοση σε αυτόν μιας ταυτότητας είναι ίσως ή πλέον εύγλωττη εκδήλωση με την οποία μια ομάδα ανθρώπων σηματοδοτεί τη μονιμότητά της σε μια περιοχή, η οποία είναι είτε ο τόπος επί του οποίου εκφράζεται η κυριαρχία της ομάδας είτε το στήριγμα που εξασφαλίζει διαχρονικά την ύπαρξη και την επιβίωσή της. 42

                                             Ευχαριστίες της Αγγελικής Σύρκου
Θα ήθελα να εκφράσω πρώτα στους συμπολίτες μου οι οποίοι μου εμπιστεύτηκαν τα οικογενειακά τους χειρόγραφα για να τα μελετήσουμε στο πλαίσιο αυτού του ερευνητικού προγράμματος και στη συνέχεια στο Ίδρυμα Λεβέντη και το Δήμο Μεγάρων που με την ευγενική τους χορηγία στήριξαν αυτή μας την προσπάθεια.


37 Βλ. Χαραλαμπάκης (2001: 121).
38 Βλ. Τζαβάρα (1986: 24).
39 Βλ. Bourdieu (1972: 1105-1127).
40 Βλ. σημ. 38, σελ. 26.
41 Βλ. σημ. 36, σελ. 300-315
42 Βλ. Τζαβάρα (1979: 184).


Βιβλιογραφία

Βλαστός, Π. (1933). Βλαστός, Συνώνυμα καὶ συγγενικά. Τέχνες σύνεργα. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν,  Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας ἑλληνικῆς τε κοινῆς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων τῶν ἰδιωμάτων τῶν ἰδιωμάτων τῶν ἰδιωμάτων τῶν ἰδιωμάτων τῶν ἰδιωμάτων τῶν ἰδιωμάτων (σ. 415). 415). 415). 415). 415).
Bourdieu, P. Bourdieu/
Γιαγκουλλής Γιαγκουλλής  Κ. (2003). Οι τουρκικές λέξεις της κυπριακής διαλέκτου. Οι τουρκικές λέξεις της κυπριακής διαλέκτου,  Λευκωσία: Βιβλιοθήκη Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, 63.
Γκίνης, Σ. (1987). Τα Μέγαρα 1676-1897. Μέγαρα: Δήμος Μεγαρέων.
Καμπούρογλου, Δ. (1922). Αἱ παλαιαὶ Ἀθῆναι . Aθήνα .
Καμπούρογλου, Δ. Μνημεία της Ιστορίας των Αθηνών, τόμ. ΙΙΙ,  Αθήνα.
Κόλλιας, Α. (1985).  Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα.
Κοντοσόπουλος, Ν. (2001).Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής  (3 η έκδοση). Αθήνα
Pestman. (1971). Loans bearing no interest ?. JJP VI. VI. VI. VI.
Σκαυδή, Δ. (2008). (1625 -1920). Αθήνα: Ινστιτούτο ‘Αρέθας’.
Σύρκου, Α.  (2006). Το Μεγαρικό Γλωσσικό Ιδίωμα: Λεξικογραφική μελέτη/ Αθήνα: Νήσος.
Τζαβάρα, Ε. (1986).Η ανθρωπολογία του χώρου, ‘Έννοια χώρου σε σχέση με την ανθρώπινη νόηση και πράξη’ . Συμπόσιο . Γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε (21-23 Μαΐου 1986).
Tzavaras, H. (1979).Espace et edentate des lieux: la toponymie dans un village grec, Aspects de l’ Espace en Europe (etude interdisciplinaire). Pereyre Fr . (Ε d.) , SELAF. Paris.
Τσελίκας, Α. (2000). Τα δικαιο πρακτικά έγγραφα των μοναστηρίων Ομπλού, Χρυσοποδαριτίσσης, Αγίων Πάντων και Γηροκομείου Πατρών. Δελτίο του Ιστορικού και του Παλαιογραφικού Αρχείου του Θ΄. Αθήνα: ΜΙΕΤ.
Τσελίκας, Α. (1986).  Νικολάου Σπαρμιώτη, Νομικού Κορυφών,  «Ἐγγραφον Ἐλευθερίας », 1391,  τόμ. Β΄. Κέρκυρα.
Τσελίκας  Α. (2000).  Ικαριακά έγγραφα . Αθήνα: Πανικαριακή Αδελφότητα Αθηνών.
Φουρίκης, Π. (1978). Γάμος και γαμήλια σύμβολα εν Σαλαμίνι. Λαογραφία, Θ΄. Θ΄.
Χαραλαμπάκης, Χ. (2001). Κρητολογικά Μελετήματα . Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις . Κρήτης.
Χατζιδάκις, Γ. (1915-1916). Περὶ τῆς Μεγαρικῆς διαλέκτου καὶ τῶν συγγενῶν αὐτῆς Ἐπιστημονική Ἐπετηρὶς Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ΙΒ΄.  Ἀθήνα: Ἐθνικὸν καὶ Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον.


Ξένη δημοσίευση